Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Αναζητώντας έναν νέο πατριωτισμό

Ζούμε μια εποχή που λόγω της γενικευμένης κρίσης όλοι αναζητούν σε ένα συμβολικό επίπεδο,  έννοιες αρεστές και οικίες απέναντι στις οποίες επιδιώκουν να προσδιοριστούν. Χωρίς όμως να σημαίνει ότι είναι σε θέση να προσφέρουν στον εαυτό τους την βαθιά γνώση αυτών των εννοιών αλλά και μια σημερινή ανάγνωσή τους. Μια στεγνή νοήματος κατάχρηση λέξεων το μόνο που προσφέρει είναι να ανακυκλώνει την ψυχή μας στην μελαγχολία και η μελαγχολία δεν μπορεί να οδηγήσει σε δημιουργική διέξοδο παρά μόνο σε στείρες λογικές και στάσεις ζωής. Ενώ δεν είναι και σπάνιο πολλές φορές αυτές οι λέξεις να μπαίνουν στην προκρούστεια κλίνη για να έρχονται σε βολικά για τον καθένα μέτρα. Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της απουσίας εναρμόνισης του σήμερα με την ιστορικότητα και την αναγκαιότητα που γεννάει. Γι’ αυτό και ως προσθήκη στο χθεσινό σημείωμα για την ανάγκη να δεξιωθούμε την παράδοση, θα πρέπει να τονίσουμε ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με την μορφή μια απολιθωμένης κατάστασης, αλλά ως αποτέλεσμα ενός ζωντανού και ανατρεπτικού με κατεστημένες αντιλήψεις διαλόγου. Γιατί το κακό είναι ότι ζώντας μια χρόνια κατάστασης στρέβλωσης δεχόμαστε ως απολύτως φυσιολογικές στάσεις και συμπεριφορές που απέχουν πολύ από το πραγματικό νόημα.

Για παράδειγμα μια λέξη την οποία χρησιμοποιούμε σε βαθμό κατάχρησης είναι αυτή του «πατριωτισμού» η οποία δηλώνει μεταξύ όλων των άλλων και μια στάση ζωής. Πως μπορεί όμως να δηλώνει κάποιος «πατριώτης» όταν με την οικοδομική του δράση έχει αλλοιώσει το φυσικό και ιστορικό – αρχιτεκτονικό, περιβάλλον του τόπου που ζει; Πως μπορεί να αναπροσδιορίζεται κανείς ως πατριώτης και να κάνει χρήση του εθνικού συμβούλου, της σημαίας δηλαδή, κολλημένη επάνω στο αυτοκίνητο ή την μηχανή του την οποία έχει παρκάρει επάνω σε ένα πεζοδρόμιο ή την έχει ανυψώσει στο αυθαίρετο που έχει χτίσει; Πως δηλαδή μπορεί να αναπροσδιορίζεται ως μέλος ενός συνόλου – αυτό δεν δηλώνει η σημαία; - όταν δεν το σέβεται; Πως μπορεί να δηλώνει ότι υπερασπίζεται την ιστορία του τόπου του όταν χτίζει χωρίς να σέβεται τα μνημεία; Πως μπορεί κάποιος να δηλώνει πατριώτης όταν πετάει τα σκουπίδια του όπου να είναι αδιαφορώντας για τις συνέπειες αυτής του της πράξης; Πως μπορεί αυτό το άτομο να δώσει κάτι στην πατρίδα του όταν αρνείται καθημερινά να δείξει τον δέοντα σεβασμό;

Χθες το πρωί, στην παραλία της αλάνας στην Ηρακλείτσα κυκλοφορούσε ένα τύπος έχοντας στο ένα χέρι μια σακούλα και στο άλλο ένα ξύλο με ένα καρφί στην άκρη και με το οποίο μάζευε τα σκουπίδια από την αμμουδιά. Το γεγονός προκάλεσε την εντύπωση ενός ηλικιωμένου που έκανε τον περίπατό του, τον πλησιάσε και τον ρώτησε αν είναι από το δήμο. Από την συνομιλία προέκυψε ότι ο σκουπιδοσυλλέκτης είναι νορβηγός, από την πόλη Bergen η οποία βρίσκεται στα βόρεια της Νορβηγίας, στον Αρκτικό Κύκλο.  Αυτός ο ξένος λοιπόν φιλοξενείται σε ένα σπίτι της Ν. Ηρακλείτσας, έρχεται τους χειμερινούς μήνες γιατί δεν αντέχει άλλο το κρύο του Βόρειου Πόλου όπως σημείωσε, οπότε θεώρησε χρέος του απέναντι σε αυτή την χώρα που του προσφέρει ένα ιδανικό περιβάλλον επιβίωσης να προσφέρει κάτι και το λιγότερο που μπορούσε να κάνει ήταν το να μαζέψει εθελοντικά τα σκουπίδια που «άφησε» το καλοκαίρι στην παραλία. Αν αυτή η στάση δεν δηλώνει σεβασμό και ευγνωμοσύνη για αυτό τον τόπο, τότε ποια;

Ώρα να δεξιωθούμε την παράδοση

Είναι πραγματικά αξιοπρόσεκτο το πόσα αφιερώματα κυκλοφορούν από την αρχή του έτους για τα εκατό χρόνια από τον θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Διάθεση εμπορικής εκμετάλλευσης ή μέρος της αναζήτησης ενός τόπου ικανού να σηκώσει το βάρος και την λύπη του σήμερα.  Μήπως τελικά ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι μια μορφή που έμεινε αδικαίωτη στο χρόνο αλλά συνάμα και τόσο ζωντανή; Ο Παπαδιαμάντης είναι ίσως ο τελευταίος έλληνας διανοητής που στο έργο του δεν μίλησε για τον εαυτό του και τα δικά του συναισθήματα και βιώματα. Τα κείμενα του δεν είναι ένας προσωπικός απόλογος αλλά έγραψε για τους απλούς ανθρώπους που έζησαν και μέσα από αυτές τις ιστορίες θα αποκαλύψει το επέκεινα στη διαμόρφωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Ξεφεύγει από την θνητή μορφή και αναζητεί τα ίχνη του Θείου μέσα από την υλική μορφή. Με τον συγγραφικό του λόγο καταφέρνει να εξάγει το αθάνατο μέσα από το θνητό. Γι’ αυτό οι πρωταγωνιστές των έργων του αν και πτωχοί, ταπεινοί, καταφρονεμένοι ακόμη και αμαρτωλοί πολλές φορές μέσα στην άγνοια και την πάλη της επιβίωσης είναι ήρωες διάφανοι, δεν έχουν σκιές, δεν έχουν σκοτεινά σημεία, προσεγγίζουν πάντα με καθαρή καρδιά το πρόβλημα και αναζητούν την συγχώρεση. Δεν έχουν κανένα λόγο να υποκριθούν, δεν είναι δήθεν, είναι γνήσιοι άνθρωποι ικανοί για το κακό και για το καλό, γι’ αυτό και μπορούν να βλέπουν το Θεό στα μάτια και χωρίς υποκρισία να ζητάνε συγχώρεση. Στο έργο του Παπαδιαμάντη, το στραβοπάτημα, το αμάρτημα είναι μέσα στη ζωή, η εξύψωση έρχεται από την ευλάβεια και την συγχώρεση. Η αρετή, μας μαθαίνει ο Παπαδιαμάντης δεν διδάσκεται μπορεί να την κατακτήσει ο καθένας μέσα από την οικειοποίηση. Γι’ αυτό το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι διαχρονικό, δεν μίλησε για ψεύτικους ανθρώπους αλλά για προμηθεϊκές υποστάσεις που αγωνίστηκαν για την ζωή και έκαναν και λάθη αλλά δεν έμειναν σε αυτά, προχώρησαν μπροστά…

Το μόνο ίσως παράπονό του αν μπορούσε να δει το σήμερα θα ήταν ότι ο σπόρος που μας άφησε έμεινε αβλάστητος.  Μας άφησε κληρονομία ένα βλαστό ζωής τον οποίο δεν μπορέσαμε να καλλιεργήσουμε. Ωστόσο και το γεγονός ότι τον μνημονεύουμε τόσο πολύ, σημαίνει εντέλει ότι τίποτα δεν πάει χαμένο. Ο σπόρος μπορεί να μείνει για χρόνια στη γη μέχρι να έρθει η κατάλληλη ώρα που θα βλαστήσει. Ύστερα από μια περίοδο υστερικής κατανάλωσης και μανιοκαταθλιπτικής σπατάλης ίσως ήρθε τώρα η ώρα να ανακαλύψουμε την φιλοκαλία μέσα από την ευτέλεια, να αντισταθούμε στην ιστορική αλογία αναζητώντας νόημα σε κάθε τι που κάνουμε. Η ζωή εξάλλου δεν είναι μια απλή αλληλουχία γεγονότων αλλά η ανακάλυψη της αλήθειας και η αναζήτηση μιας νέας εσωτερικής τάξης. Αν δεν το πετύχουμε αυτό δύσκολα θα σπάσει ο φαύλος κύκλος στον οποίον έχουμε περιέλθει, αυτή είναι η μόνη διέξοδος. Ο Παπαδιαμάντης διδάσκει οικονομία και αυτό αν δεν μπορούμε να το καταλάβουμε θα συνεχίσουμε να χανόμαστε στην μετάφραση ακατανόητων λέξεων και εννοιών. Ο Παπαδιαμάντης είναι μέρος της παράδοσης του χθες που οφείλουμε να υποδεχθούμε στον ενεστώτα χρόνο για να αντλήσουμε την δύναμη που χρειαζόμαστε για να σηκώσουμε το κεφάλι ψηλά. Δεν χρειαζόμαστε άλλα δάνεια και άλλες φροντίδες έξωθεν, το χρέος είναι ένα, είναι αυτό που έχουμε απέναντι στους μεγάλους δασκάλους, είναι να πολεμήσουμε στο δικό μας Μαραθώνα, με τα σκουριασμένα από την αχρηστία αλλά όχι ξεπερασμένα, όπλα μας.

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Το ξαστέρωμα

Τόπος της πυκνοτέρας μνήμης αυτός που κατοικούμε και μονίμως αντικείμενο διεκδίκησης από εχθρούς και «φίλους». Αντί λοιπόν σήμερα να είμαστε σε θέση να εισπράττουμε πνευματικά δικαιώματα για όσα πρόσφεραν οι προγονοί μας στην πρόοδο της ανθρωπότητας, αντί να εισπράττουμε την υπεραξία αυτού του τόπου, μοιραζόμαστε πίκρα και χρέη.

Τι είναι όμως αυτό που μας καταδικάζει σε αυτή την ανυποληψία; Η απουσία πειθαρχίας, εκπαίδευσης, φιλότιμου, ενδιαφέροντος, φιλοδοξίας; Το καθένα από αυτά και όλα μαζί και άλλα πολλά που μας διαφεύγουν. Σίγουρα όμως εκείνο που θα έκανε την διαφορά είναι η απουσίας μιας Μεγάλης Εθνικής Ιδέας. Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Ασχέτως αν η όλη διοργάνωση μας βούλιαξε οικονομικά, αυτό καθ’ αυτό το γεγονός κινητοποίησε το σύνολο των δυνάμεων της κοινωνίας για την επίτευξη του στόχου.

Αντί λοιπόν αυτή η εμπειρία να γίνει γνώση και δύναμη, αφέθηκε να παρέλθει ανεκμετάλλευτη. Φυσικά οι Μεγάλες Ιδέες δεν υπάρχουν στα ράφια του σούπερ μάρκετ για να πάει κανείς να τις αγοράσει. Προϋποθέτουν στοχασμό, συζήτηση, προβληματισμό αναζήτηση νοήματος.

Ένας θρύλος που έχει στοιχειώσει το νεώτερο ελληνισμό ίσως είναι αυτός του μαρμαρωμένου βασιλιά. Φυσικά και δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ένας βασιλιάς μαρμαρωμένος που κάποια στιγμή θα πάρει το σπαθί του και θα διώξει τους εχθρούς, αν το προσεγγίσουμε με αυτό τον τρόπο αφενός δεν θα καταλάβουμε τίποτα και αφετέρου δεν θα προσφέρουμε τίποτα στον προβληματισμό. Αν όμως αναγνώσουμε την ιστορία με την γλώσσα των συμβόλων, που κατά κόρον χρησιμοποιούν οι θρύλοι  για να μπορέσουν να γίνουν κατανοητοί απ’ όλους, τότε η ιστορία ξεδιπλώνεται με όλο της το νόημα.

Σε όλους του θρύλους  και τα παραμύθια, «βασιλιάς» γίνεται όποιος καταφέρει να περάσει τις δοκιμασίες και γίνει κύριος του εαυτού του (το οποίο σημαίνει ότι δεν χρωστάει σε κανέναν, δεν του ρουφάει το αίμα κανένας άχρηστος και δεν έχει κανένα Δ.Ν.Τ. πάνω από το κεφάλι του). Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς δεν συμβολίζει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από τον απολεσθέντα οικουμενικό χαρακτήρα του ελληνισμού. Η σκλαβιά κάτω από τον ξένο δυνάστη ή το κλείσιμο στα στενά όρια ενός μικρού, πτωχού (από κάθε άποψη)  και μίζερου κρατικού μορφώματος δεν είναι τίποτε περισσότερο από αυτό.

Σε μια κοινωνία συγκρουόμενων συμφερόντων η μόνη λύση για την ανάταξη της είναι η ύπαρξη ενός ενωτικού ιδανικού, το οποίο δεν μπορεί να είναι ξένο με την αναζήτηση μιας καινούργιας εθνικής προοπτικής, η οποία θα προσφέρει δυναμική, κύρος και ιστορικό βάθος. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να ακολουθήσουμε την πεπατημένης της εδαφικής επέκτασης. Θα μπορούσε να είναι – μια πτυχή της – και μια οικονομικού χαρακτήρα επιστροφή σε εδάφη από τα οποία αποξενωθήκαμε ως συνέπεια του καταμερισμού του κόσμου κατά τον περασμένο αιώνα, θα μπορούσε να είναι το να γίνει ο τόπος φιλόξενος για την επιστήμη και την φιλοσοφία.

Ίσως τότε να μπορέσουμε περάσουμε από την «συννεφιασμένη Κυριακή» στο «πότε θα κάνει ξαστεριά»… Μόνο τότε θα ξαστερώσει ο γαλάζιος ουρανός και οι φουσκοδενδρίτες άνεμοι θα φέρουν την Άνοιξη, όπως θα έλεγε και ο ποιητής.

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Οδηγητικές ιδέες

«Δυστυχώς επτωχεύσαμε» θα μπορούσε να δηλώσει κάποιος από τους δημόσιους παράγοντες της χώρας, για να επισημάνει όχι κατ΄ ανάγκη μόνο την οικονομική χρεωκοπία, η οποία είναι ήδη γεγονός, αλλά την απουσία ενός σχεδίου, μιας ιδέας για το πώς θα βγούμε από το αδιέξοδο στο οποίο έχουμε περιέλθει.

Μέχρι τώρα είχαμε τις λαθραία εισαγόμενες ιδέες της Δεξιάς και της Αριστερής Εθνικοφροσύνη που πάλευαν για το ποια θα κυριαρχήσει και αυτό δήλωνε μια – ψευδή όπως αποδείχθηκε – πάλη ιδεών για το μέλλον της χώρας. Κούφιες ιδέες που όχι μόνο δεν προήγαγαν τον τόπο αλλά τον υπονόμευσαν από τα θεμέλια, γι’ αυτό σήμερα βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο, απογοητευμένοι, πλάνητες και πένητες εισπράττοντας την περιφρόνηση από τους εταίρους και φίλους. Λέει μια παροιμία ότι όταν ένα νόμισμα πέσει στην λάσπη δεν έχει σημασία από ποια πλευρά έπεσε, γιατί η ουσία δεν αλλάζει. Έτσι έγινε και με εμάς, πέσαμε στην λάσπη της χρεωκοπίας και δεν έχει νόημα αν πέσαμε από την πλευρά της μίας ή της άλλη εθνικοφροσύνης. Μάλιστα στην δική μας περίπτωση έχουμε κάτι ακόμη ως επιβαρυντικό, το νόμισμα είναι κάλπικο.

Αυτοί που μας οδήγησαν εδώ, κάθε μέρα που περνάει αποδεικνύεται ότι δεν είναι σε θέση να μας βγάλουν. Χρειάζεται μια άλλη δύναμη, ένα άλλο πολιτικό προσωπικό, μια άλλη διανόηση που θα σταθεί σε σταθερό εθνικό, πατριωτικό «έδαφος» για να μπορέσει να υψώσει το ανάστημά της. Που είναι όμως, δεν φαίνεται. Απουσιάζουν οι οδηγητικές ιδέες, απουσιάζει η έμπνευση, η διάθεση για προσφορά, το σχέδιο δράσης. Έχουμε κολλήσει στην λάσπη και δεν διαφαίνεται κάτι που θα μπορούσε να μας βγάλει από εδώ.

Οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η κρίση είναι η γρίπη της οικονομίας, μια αρρώστια χρήσιμη, γιατί βοηθάει τον οργανισμό να απαλλαγεί από τις τοξίνες και κάθε τι άχρηστο κουβαλάει, έτσι ώστε να μπορέσει να αναγεννηθεί. Ωστόσο όλα εξαρτώνται από την κατάσταση του οργανισμού, γιατί δεν είναι σπάνιο σε ένα εξασθενημένο οργανισμό η γρίπη να εξελιχθεί σε πνευμονία βαριάς, μορφής. Φοβόμαστε ότι κάπου εκεί βρισκόμαστε και αν δεν υπάρξει κάτι που θα ανατάξει τον οργανισμό, το μέλλον θα μας υποδεχθεί με μια ζωή μόνιμης μηχανικής υποστήριξης. «Οι ιδέες κινούν τον κόσμο» ήταν ένα μότο που κυριάρχησε τα τελευταία είκοσι χρόνια, η απουσία τους στην δική μας περίπτωση το επιβεβαιώνουν.

Πόσο μακριά και πόσο κοντά φαντάζουν σήμερα οι στίχοι από το τσάμικο του Σαββόπουλου;

«η Ελλάδα που αντιστέκεται η Ελλάδα που επιμένει
κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει

Καλωσόρισες πουλί μου μοναξιά ελληνική μου
απ' αγάπη φεύγεις έρχεσαι πηγαινοέρχεσαι σαν την πνοή μου
κι απ' την έρημη την απόσταση παίρνει υπόσταση κάθε γιορτή μου
απ' τους δυο μας ποταμούς θα γευτεί μια νύχτα η έρημος καρπούς».

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Τα ψεύτικα τα λόγια

Την περασμένη εβδομάδα δόθηκαν στη δημοσιότητα στοιχεία για την πορεία της παγκόσμιας ναυτιλίας το 2010 και εξ αυτών προκύπτει ότι παρά την κρίση η ελληνόκτητη ναυτιλία διατήρησε την πρώτη θέση. Τις ίδιες ημέρες περίπου ανέκυψε και ένα άλλο θέμα τοπικού χαρακτήρα… με ανακοινώσεις τους κόμματα της Αριστεράς καταδίκασαν τη νέα επιχειρησιακή σύμβαση που σύναψαν εργαζόμενοι και εργοδοσία στην εταιρία γάλακτος της ΝΕΟΓΑΛ. Το «μεμπτό στην υπόθεση» ήταν ότι συμφώνησαν οι δυο πλευρές σε μια μείωση μισθών κατά 9% προκειμένου να αφομοιωθεί η αύξηση του κόστους παραγωγής – κύρια λόγω αύξησης της φορολογίας – και να παραμείνει κερδοφόρα η επιχείρηση ούτως ώστε να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας.

Εκ πρώτης όψεως τα δύο γεγονότα δεν έχουν καμία σχέση, ωστόσο είναι κοινές συνισταμένες του ίδιου προβλήματος. Η ελληνόκτητη ναυτιλία αν και έχει φέρει στην χώρα από το 2000 – 2010 μέχρι σήμερα πόρους διπλάσιους από ότι το Γ’ Κ.Π.Σ. ζει «εξόριστη» στη Βρετανία, γιατί θέλει οι σχέσεις της με την Ελληνική Πολιτεία να είναι όσο το δυνατόν πιο περιορισμένες, γι’ αυτό άλλωστε καταφέρνει να επιβιώνει με πολύ καλά αποτελέσματα. Η ΝΕΟΓΑΛ μια μικρή, τοπική επιχείρηση που παράγει ένα ανταγωνιστικό προϊόν και προσφέρει ζωή σε πάρα πολλά χωριά με τις κτηνοτροφικές μονάδες που συντηρεί, επειδή δεν μπορεί να αναγκαστεί σε μετανάστευση «πρέπει να κλείσει», έτσι ώστε το μερίδιο που έχει στην αγορά να το πάρουν οι πολυεθνικές του γάλακτος, αυτές που έχουν την άνεση να κάνουν παιχνίδια που ούτε καν τα αντιλαμβανόμαστε. Η ιστορία που γίνεται με το γάλα τα τελευταία χρόνια και έχει ως στόχο να κλείσουν όλες οι τοπικές επιχειρήσεις το έχουμε ξαναδεί, δεκαετίες τώρα, το είδαμε με τις μικρές βιοτεχνίες τροφίμων (ιχθυερά, αλλαντοποιία κ.λπ.) το είδαμε με τα τοπικά αναψυκτικά, με την ένδυση και τα υποδήματα, με την υφαντουργία, με τις «λευκές συσκευές»… το είδαμε με χίλια δυο παραδείγματα. Κάθε φορά γινόταν στοχοποίηση των μικρών επιχειρήσεων (ποιος δεν θυμάται το «αριστερό» σύνθημα της δεκαετίας του ’70, «κλείστε το Νταχάου της ΠΙΤΣΟΣ» για να ανοίξει έτσι ο δρόμος για την SIEMENS και τις άλλες πολυεθνικές… Κάπως  έτσι μειώθηκε σταδιακά η παραγωγή και η όποια επιχειρηματική δράση για να επιβιώσει στράφηκε στο παρασιτικό και αεριτσίδικο κεφάλαιο.

Κάπως έτσι είναι γραμμένη η σύγχρονη οικονομική μας ιστορία. Απώλεια της παραγωγής και γιγάντωση της παραοικονομίας και άνοιγμα των συνόρων για τις πολυεθνικές, χωρίς μια αντίσταση... Το παραγωγικό κεφάλαιο χτυπήθηκε και ιδεολογικά στο όνομα ενός απροσδιόριστου και νεφελώδους αριστερού πολιτικού λόγου και χτυπήθηκε και από τους κρατικούς μηχανισμούς, από την πολυνομία, τους εξοντωτικούς ελέγχους και την διαφθορά. Σήμερα υπάρχουν «μαύρες» επιχειρήσεις χωρίς ΑΦΜ, χωρίς έδρα, χωρίς δηλωμένο προσωπικό που διακινούν τεράστια ποσά χωρίς παραστατικά ή με πλαστά τιμολόγια. Με αυτούς κανείς δεν ασχολήθηκε ποτέ. Όλο το πρόβλημα ήταν να χτυπηθεί για να εξαφανιστεί ή να «προσαρμοστεί» στα δεδομένα της αγοράς, το παραγωγικό κεφάλαιο.

Έτσι φτάσαμε στο σήμερα όπου μια οικονομική κρίση μετεξελίχθηκε σε μια δομικού χαρακτήρα κρίση η οποία θα συμπαρασύρει στην πτώση της τον κρατικό μηχανισμό, το πολιτικό σύστημα, τα εργατικά κεκτημένα, την κοινωνική ευημερία και το σύνολο της οικονομίας, ακόμη και το ελάχιστα υγιές που μπόρεσε να επιβιώσει από την λαίλαπα τόσων δεκαετιών. Το να μείνει ανοιχτή και κερδοφόρα η κάθε ΝΕΟΓΑΛ, η κάθε ΒΦΛ, ή κάθε παραγωγική επιχείρηση είναι ένα χαράκωμα αντίστασης στην λαίλαπα που ήδη ενέσκηψε και όποιος κρύβεται πίσω από αριστερή φρασεολογία, πίσω από ψεύτικα λόγια, δεν μπορεί να κρύψει πλέον ότι εξυπηρετεί πολυεθνικά συμφέροντα – ακούσια ή εκούσια - και όχι τις ανάγκες μια ημιβυθισμένης εθνικής οικονομίας.

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Να πιάσουν τόπο

«Όπως όλα δείχνουν το 2011 θα είναι η καλύτερη χρονιά των τελευταίων δεκαετιών»!!! Αν σας το έλεγε αυτό κάποιος, τώρα στην αυγή του νέου χρόνου, σίγουρα θα τον περνούσατε είτε για τρελό, είτε για υπερβολικά αισιόδοξο!!! Και όμως έχετε σκεφτεί μήπως τα πράγματα δεν είναι τόσο μαύρα όσο φαίνονται;

Δεν χωράει αμφιβολία ότι το 2011 θα ζήσουμε ανατροπές που ακόμη και τώρα δεν τις φανταζόμαστε, ωστόσο από την άλλη η απώλεια της βεβαιότητας φέρνει μια εγρήγορση πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα, η οποία σήμερα μπορεί να είναι στα σπάργανα αλλά όσο μεγαλώνουν οι δυσκολίες υποχρεωτικά θα αυξάνει με γεωμετρική πρόοδο. Μια εγρήγορση που δεν έχει να κάνει μόνο με τη αναζήτηση λύσεων για τα προς το ζείν αλλά και όσον αφορά τις απαιτήσεις ποιότητας που θα αρχίσουμε να έχουμε σε κάθε συναλλαγή προς τρίτους.

Για να τα πάρουμε με την σειρά, από την στιγμή που χάνεται η βεβαιότητα που πρόσφερε μια θέση στο δημόσιο, όσον αφορά την καριέρα και την μισθοδοτική εξέλιξη, η στροφή προς την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα πολύ σύντομα θα είναι γεγονός. Από την μια θα αρχίσουν να αφθονούν τα εργατικά χέρια εγχώριας προέλευσης και από την άλλη θα αναπτυχθεί εκ νέου το ευρισκόμενο σε νάρκωση το παραγωγικό επιχειρηματικό δαιμόνιο. Ο ελληνικός λαός, στην μακρόχρονη ιστορική του πορεία, ποτέ δεν είχε δημοσιοϋπαλληλικά χαρακτηριστικά, τα οποία όμως απόκτησε μόλις τις τελευταίες δεκαετίες και έτσι έφτασε σε αυτόν τον όλεθρο.

Επίσης ο περιορισμός πόρων φέρνει άλλα δεδομένα στις συναλλαγές. Γινόμαστε,  πιο απαιτητικοί για το που δίνουμε τα χρήματά μας, για το κατά πόσο αυτά πιάνουν τόπο. Αλλά και την ψήφο μας. Τουλάχιστον θα είναι ανόητος όποιος στο μέλλον τολμάει να ψηφίζει κηφήνες για βουλευτές. Όποιος ψηφίζεται θα πρέπει να έχει αποδείξει ότι αξίζει. Η εποχή των υποσχέσεων και των ελπίδων τελείωσε, μόνο όποιος έχει να παρουσιάσει έργο θα μπορεί να έχει δημόσιο ρόλο. Όσο για τους πολιτικούς τα «ωραία» τελείωσαν, τώρα θα πρέπει να κάνουν πολιτική χωρίς χρήματα, να δίνουν λύσεις, να αντιμετωπίζουν καταστάσεις με το μικρότερο κόστος για το δημόσιο ταμείο. Η εποχή που μοίραζαν εκατομμύρια για να κατασκευάζουν έργα αμφιβόλου καταλληλότητας παρήλθε. Και εδώ θα πρέπει τα χρήματα που ξοδεύονται να πιάνουν τόπο. Με άλλα λόγια θα πρέπει να ανακαλύψουν εκ νέου την πολιτική στην ουσία της και όχι στις δημόσιες σχέσεις.

Αυτά σε γενικές γραμμές για να προσδιορίσουμε μια χρονιά κατά την οποία θα πρέπει να αλλάξουν πολλά υπό την απειλή την πτώχευσης και του Δ.Ν.Τ.. Φυσικά όλα αυτά – χωρίς να μπαίνουμε σε λεπτομέρειες - θα έπρεπε να είχαν γίνει από χρόνια, χωρίς να έχει προηγηθεί η κηδεμονία και η εκχώρηση εθνικού χώρου στους δανειστές μας, αλλά δεν έγιναν. Ο φόβος του πολιτικού κόστους και η αδυναμία των πολιτικών να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων μας έφτασαν στο ξεπούλημα.  Ευχόμαστε αυτή η κρίση να μας κάνει πιο υπεύθυνους για να περιοριστούν στο μέλλον ανάλογα φαινόμενα φαυλότητας και ανικανότητας και η αξιοκρατία να γίνει πράξη και στην πολιτική.

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Στην σκιά…

Αυτές τις ημέρες το μνημείο του μεσαιωνικού υδραγωγείου, οι γνωστές μας Καμάρες, γνώρισαν για ακόμη μια φορά ημέρες δόξας, καθώς οι ξένοι επισκέπτες στην πόλη μας φρόντισαν να φωτογραφηθούν στην σκιά του. Εδώ και χρόνια έχει πάψει να προσφέρει για τον σκοπό για τον οποίο ανοικοδομήθηκε αλλά δεν έπαψε να προσφέρει στην Καβάλα. Χάθηκε η πρακτική του αξία αλλά μας έμεινε ως ένα μνημείο, ανθεκτικό στο χρόνο που την ομορφαίνει την πόλη και αποτελεί ένα σιωπηλό μάρτυρα για τα τεκταινόμενα σε αυτή. Ο κατασκευαστής του μπορεί να αισθάνεται δικαιωμένος καθώς για τόσους αιώνες στέκεται αγέρωχο και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο προσφέρει και κάνει αξιοσημείωτη την παρουσία του, στο γίγνεσθαι της Καβάλας…

Την ίδια ώρα κάτοικοι της πόλης πέρασαν τις γιορτές στην σκιά του ερωτήματος «Θα κλείσει ή όχι το κολυμβητήριο;», το οποίο από την παραμονή της Πρωτοχρονιάς έγινε πια βεβαιότητα. Το κολυμβητήριο έκλεισε και είναι άγνωστο πλέον το πότε θα ανοίξει. Ωστόσο και αυτό, με τον τρόπο του βέβαια, είναι ένα μνημείο. Πρώτα απ’ όλα είναι ένα μνημείο σπατάλης. Δεν είναι το μόνο αλλά ίσως είναι από τα πιο χαρακτηριστικά έργα στην χώρα μας, δηλωτικό της προχειρότητας και της σπατάλης με την οποία κατασκευάστηκε. Κι όχι μόνο αυτό, αποδεικνύεται ότι παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που έγιναν για να λυθούν κάποια προβλήματα, δεν είναι ούτε καν λειτουργικό. Λες και αυτοί που το σχεδίασαν δεν είχαν λάβει υπόψη τους την εξέλιξη της τεχνολογίας. Επίσης αποτελεί ένα μνημείο κακοτεχνίας και ασχετοσύνης καθώς η σωρεία των τεχνικών λαθών αποδεικνύει ότι την κατασκευή την ανέλαβαν ανειδίκευτοι τσομπάνηδες και όχι άνθρωποι καταρτισμένοι. Τέλος είναι ένα μνημείο που σίγουρα ούτε ο κατασκευαστής, αλλά ούτε και όσοι υπέγραψαν για να το παραλάβουν θα νοιώθουν περήφανοι, μάλλον θα ντρέπονται.

Όπως θα πρέπει να ντρέπονται και αυτοί που είχαν την ευθύνη της δημοπράτησης και της κατασκευής και δεν θα είναι καθόλου ευτυχής να συνδέσουν το όνομά τους με αυτό το αίσχος. Ωστόσο αν και τα δικά τους ονόματα γρήγορα θα λησμονηθούν εκείνο που θα μείνει στην συλλογική μνήμη, όχι μόνο την τοπική αλλά και την πανελλήνια, είναι του δημάρχου της πόλης, Κωστή Σιμιτσή, στα δικά του χέρια έσκασε η «βόμβα» του κολυμβητηρίου, και τώρα πρέπει να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας. Τα παραπάνω δεν είναι για να τον απαλλάξουν της ευθύνης αλλά για να επισημάνουμε ότι έχει μια ευκαιρία να μιλήσει για την αλήθεια αυτού του έργου, να υποδείξει τους πραγματικούς υπεύθυνους έτσι ώστε να αποκαταστήσει το δικό του όνομα.

Καλή χρονιά, ευλογημένο και χαρούμενο το 2011.

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Η ανακεφαλαίωση

Εκ πρώτης όψεως ανάμεσα στο 1974 και το 2010 υπάρχουν σημαντικές διαφορές και αποστάσεις γενναίες, ωστόσο υπάρχουν και πολλά κοινά. Περισσότερα απ’ όσα μπορεί να φανταστεί κανείς με την πρώτη προσέγγιση. Πριν έρθει το 2011 και λίγο πριν εκπνεύσει το 2010 ίσως είναι πιο κατάλληλη στιγμή για να ανακεφαλαιώσουμε τις τελευταίες επτά δεκαετίες ελληνικής ιστορίας.

Αν και δεν το καταλαβαίνουμε ζούμε ημέρες του 1974… Από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά στην χώρα μας κυριάρχησε ένα καθεστώς που για συντομία θα το αποκαλούμε της Δεξιάς Εθνικοφροσύνης. Ήταν ένα καθεστώς που έστησε το αεριτζίδικο, αντιπαραγωγικό μεταπολεμικό κράτος, καρπώθηκε την ξένη βοήθεια (ΟΥΝΡΑ – Σχέδιο Μάρσαλ) και στην προσπάθειά του να νομιμοποιηθεί αναζήτησε ιδεολογικά στηρίγματα στις έννοιες του έθνους, της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, πολύτιμος σύμμαχος σε αυτή την προσπάθεια ο κομμουνιστικός κίνδυνος ο οποίος αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να εφευρεθεί. Οι επόμενες δεκαετίες ήταν γεμάτες τραγικές καταστάσεις με εξορίες, διώξεις και κοινωνικούς αποκλεισμούς, έτσι φτάσαμε στην χούντα και στο τραγικό τέλος που έφερε η απώλεια εθνικού χώρου, με την κατοχή στην Κύπρο. Εκεί στα νερά της Κύπρου κατέρρευσε ένα καθεστώς δεκαετιών, το οποίο ηττήθηκε πολιτικά και ιδεολογικά εκεί όπου είχε επενδύσει στις έννοιες του έθνους και της πατρίδας. Η ιστορία τους έγραψε σαν προδότες της πατρίδας τους.

Μέσα από τα νερά της Κερύνειας δεν αναδύθηκε η Αφροδίτη, καθώς είχε προηγηθεί η ανάδυσή της στα νερά της Πάφου, αλλά η μεταπολίτευση. Το νέο πολιτικό μοντέλο επένδυσε στην οικονομία, την ευμάρεια, την ευωχία, τον καταναλωτισμό, αλλά με τρόπο κάλπικο, το παραγωγικό κεφάλαιο διώχθηκε, οι αντιφρονούσες φωνές εξορίστηκαν μέσα από μια κυριαρχία ενός ψευτοαριστερού λόγου, ο δημόσιος τομέας αλώθηκε από τους συνδικαλιστές… Η νέα εθνικοφροσύνη ήταν τώρα αριστερή, στο όνομα της κοινωνικής ισότητας, δικαιοσύνης κ.λ.π. υπέταξε την οικονομία στο κράτος, το οποίο ήδη είχε αλώσει και τον ήλεγχε μέσω συγκεκριμένων μηχανισμών, πολιτικών, συνδικαλιστικών, εκδοτικών, εργολαβικών κ.λ.π. Επίσης και η νέα εθνικοφροσύνη διένειμε κατά το δοκούν και αντιπαραγωγικά την εισαγόμενη βοήθεια (ευρωπαϊκά προγράμματα και ξένα δάνεια) για να μπορέσει να στηρίξει το «αναπτυξιακό μοντέλο» της αρπαχτής και της διαφθοράς. Με όλα αυτά καλύφθηκε για τέσσερεις δεκαετίες το πολιτικό έλλειμμα αφού το κυρίαρχο σύνθημα ήταν «Εδώ και τώρα θα τα κονομήσουμε». Το παιχνίδι ήταν τόσο ελκυστικό που ακόμη και οπαδοί της παλιά εθνικοφροσύνης, της Δεξιάς, προσχώρησαν εν μια νυκτί, στο νέο χορό του Ζαλόγγου.

Και αυτή η εθνικοφροσύνη ηττήθηκε εκεί που είχε επενδύσει στην οικονομία, την ευημερία, τον καταναλωτισμό. Η έλευση του Δ.Ν.Τ. και κατ’ επέκταση της Τρόικας, δεν απέχει και πολύ από την τουρκική κατοχή στην Κύπρο. Και η πράξη αυτή έμελλε να συμβεί από μια σοσιαλιστική κυβέρνηση…

Ζούμε το «ύστερο σήμερα» της μεταπολίτευσης, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι η μετέωρη κατάσταση ανάμεσα σε αυτό που έχει νεκρωθεί και κρατιέται διασωληνωμένο στην εντατική και σε αυτό που δεν έχει αναδυθεί ακόμη. Τι θα είναι το νέο, μια εκ νέου μασκαρεμένη και κάλπικη εθνικοφροσύνη  ή μια πραγματικά νέα κατάσταση, χωρίς ψευδεπίγραφα σχήματα, εξορίες, αποκλεισμούς, με ένα παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας και δίκαιης ανακατανομής του πλούτου για όλους του έλληνες; Και από που μπορεί να έρθει αυτό; Μόνο από αυτούς που είναι εξόριστοι εδώ και επτά δεκαετίες. Αυτό είναι το ζητούμενο για το 2011 και τις χρονιές που έρχονται. 

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Βασιλεύς ή οικονόμος

«Ο υιός μου ένι μεν αρμόδιος βασιλεύς, ου του παρόντος δε καιρού. Βλέπε γαρ και φρονεί μεγάλα και τοιαύτα, οία οι καιροί έχρηζον την ευημερία των προγόνων ημών. Αμή σήμερον… ου βασιλέα θέλει η ημών αρχή, αλλά οικονόμων».

Τα παραπάνω λόγια τα αποδίδει ο ιστορικός στον αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο με αποδέκτη τον υιό του Ιωάννη Παλαιολόγο. Η φράση αυτή έδωσε την αφορμή στην Τόνια Κιουσοπούλου να γράψει ένα εξαιρετικά εύστοχο δοκίμιο για την πολιτική ιδεολογία του βυζαντινού κράτους πριν από την άλωση. Να μείνουμε όμως λίγο περισσότερο σε αυτή την φράση μέσα από την οποία ο ήδη άρρωστος αυτοκράτορας συμπυκνώνει την πολιτική του διαθήκη, ότι δηλαδή η ελέω θεού και απόλυτης ανεξαρτησίας βασιλεία έχει τελειώσει οπότε το μόνο που έχει να κάνει ο διάδοχος είναι να αναδειχθεί σε ένα πετυχημένο διαχειριστή.

Τα παραπάνω διαδραματίζονται μόλις λίγες δεκαετίες πριν από την άλωση και έχουμε την εντύπωση ότι σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε, αυτή η ανέσπερος φράση – χάρη στην γραφή του ιστορικού - αποκτάει μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Όχι μόνο γιατί θέτει ένα ερώτημα που αν και δεν το έχουμε αντιληφθεί μας βασανίζει ιδιαίτερα σήμερα αλλά πολύ περισσότερο γιατί εκείνο που απουσιάζει σήμερα μια πολιτική διαθήκη για τον ενεστώτα χρόνο, η οποία θα υψούται ως πολεμικός πύργος για την άμυνα της κοινωνίας στην επερχόμενη κατάρρευση και την δρομολόγηση μια νέας αναπτυξιακής προσπάθειας. Μια διαθήκη  η οποία φυσικά θα δίνει απάντηση και στο  κύριο ερώτημα που τίθεται επιτακτικά, σχετικά με το τι περιεχόμενο και πως θα πρέπει είναι διαμορφωμένος ο κάθε θεσμικός ρόλος, από εδώ και στο εξής.

Ο καλλιεργημένος αυτοκράτορας έθεσε το ερώτημα «Βασιλεύς ή οικονόμος;», το οποίο παραμένει επίκαιρο και συναρτάται άμεσα με μια σειρά διαπιστώσεις για τα κακώς κείμενα του απερχόμενου συστήματος και τα οποία προκάλεσαν πολλά από τα δεινά του αδιεξόδου που βιώνουμε.

Βουλευτής ή μέτοχος στην εταιρία ΔΙΑΦΘΟΡΑ Α.Ε.;
Πνευματικός ποιμένας ή διαχειριστής στο παγκάρι;
Διανοούμενος ή επιχορηγούμενος «καλλιτέχνης» από την ΔΕΚΟ, ΛΙΒΑΝΙΣΤΗΡΙ Α.Ε.;
Καθηγητής ή οικονομικός διαχειριστής σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα και επιχορηγήσεις;
Συνδικαλιστής ή συνδιαχειριστής στην εταιρία ΚΡΑΤΟΣ Α.Ε.;
Επιχειρηματίας – παραγωγός ή αεριτζής προμηθευτής στο ΔΗΜΟΣΙΟ Α.Ε.;
Δάσκαλος ή φύλακας ανηλίκων; 

Ουκ εστί αριθμός για το πόσες είναι περιπτώσεις όπου θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε το ρόλο και το περιεχόμενο. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει όμως να ξέρουμε που είμαστε, το τι θέλουμε και από πού θα πάμε για να βγούμε από τον λάκκο των λεόντων στον οποίον έχουμε πέσει…

Οι πλατιοί δρόμοι έγιναν λογγωμένα μονοπάτια και απότομες ανηφοριές, από εδώ και πέρα τίποτα δεν θα το βρούμε ως χάρισμα ή στο δρόμο πεταμένο, θα πρέπει να δουλέψουμε σκληρά, να βασανιστούμε από διλλήματα και αμφιωολίες, έτσι ώστε να αποκτήσουμε την συνείδηση και την γνώση για το τι πρέπει να πράξουμε για να βγούμε από την κρίση. 

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Σύμβολο ή κατάρα;

Ένα από τα πιο ισχυρά πρόσωπα - σύμβολα της ελληνικής μυθολογίας, είναι ο Οδυσσέας, πόσα δεν έχουν γραφτεί για το μεγάλο του ταξίδι και την επιστροφή του στην Ιθάκη. Από ερμηνείες της αλληγορικής διάστασης του μύθου μέχρι και ποιήματα, με κορυφαίο βέβαια αυτό του Κ. Καβάφη. Τι είναι όμως αυτό που κάνει αυτό το μύθο να αντέχει τόσο πολύ στο χρόνος; Τι είναι αυτό που κάνει ακόμη και σήμερα τους Έλληνες να ακολουθήσουν το δρόμο του Οδυσσέα;

Ο Οδυσσέας ήταν ένας κοσμοπολίτης του καιρού του, ταξίδεψε από ανάγκη αλλά το απόλαυσε αυτό το ταξίδι και διδάχθηκε πάρα πολλά, γι’ αυτό και όταν γύρισε στο σπίτι του ήταν πολύ πιο σοφός απ’ ότι όταν έφυγε. Συνάμα όμως πέρα από κοσμοπολίτης, ήταν και πατριώτης, αφού το αίσθημα του νόστου ήταν τόσο δυνατό που όσο μακριά και να πήγε, όσο καλές στιγμές και αν έζησε, πάντα είχε στο μυαλό του να γυρίσει πίσω. Το ίδιο συνέβη και με τους πιο σύγχρονους που αποφάσισαν να ακολουθήσουν τα βήματα του Οδυσσέα, πολλοί έφυγαν από αυτό το τόπο αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, πάντα είχαν την Ελλάδα στην καρδιά τους, αλλά σχεδόν ποτέ δεν γύρισαν πίσω, παρά μόνο για διακοπές.

Να γυρίσουν να κάνουν τι; Να δουλέψουν; Να προσφέρουν; Να θυσιαστούν; Για ποιόν; Για ένα κράτος που έκανε ότι μπορούσε για να τους διώξει; Έχει σκεφτεί κανείς πως θα ήταν η Ελλάδα αν όλοι αυτοί οι πετυχημένοι επιχειρηματίες και επιστήμονες δεν είχαν φύγει; Μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι αν δεν είχαν φύγει δεν θα ήταν ούτε καν επιτυχημένοι… Ενδεχομένως, αλλά το ίδιο δυνατά μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι αν είχαν μείνει ίσως να ήταν πιο δυνατή η φωνή αυτών που δεν άντεχαν την μιζέρια και την υποβάθμιση, οπότε οι αναγκαίες ανατροπές να είχαν έρθει πιο νωρίς και όχι κατ΄ ανάγκη μέσα από μια βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση αλλά μέσα από ένα μελετημένο σχέδιο. Τα πράγματα φτάνουν σε κρίση όταν οι άνθρωποι ολιγορούν να πάρουν αποφάσεις.

Τα σημειώνουμε αυτά σήμερα καθώς καθημερινά πληθαίνουν οι φωνές, κύρια των νέων ανθρώπων που θέλουν να φύγουν. Έχει σκεφτεί κανείς το τι θα συμβεί σε 15 – 20 χρόνια αν αυτή τη στιγμή φύγουν τα πιο ανήσυχα και δραστήρια μυαλά στο εξωτερικό; Μια χώρα σε οικονομική – κοινωνική κρίση, η οποία μαστίζεται από την υπογεννητικότητα και από την εισβολή κατά χιλιάδων λαθρομεταναστών; Θα καταντήσει, πάρα πολύ γρήγορα να είναι τόπος μόνο για συνταξιούχους και τους απόκληρους αυτού του πλανήτη.

Αυτό που βιώνουμε σήμερα υπό την ασφυκτική πίεση της κρίσης δεν είναι μόνο η αποδόμηση του αστικού κράτους , έτσι όπως διαμορφώθηκε από την Συνθήκη της Λωζάννης και μετά καθώς και την διακυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου, αλλά η εξαφάνιση κάθε προϋπόθεσης ανάταξης μέσα από την κρίση. Αν απουσιάζουν τα υποκείμενα της δράσης, ποιοι θα αναλάβουν το παραγωγικό έργο της ανασυγκρότησης; Ποιοι θα ανατρέψουν την σημερινή κατάσταση πραγμάτων και ποιοι θα εκφράσουν την νέα πολιτική τάξη  που έχει ανάγκη η κοινωνία ώστε να κάνει, έστω ένα βήμα μπροστά;

Κενό ζωτικού νοήματος

Ως γνωστό το πρόβλημα τελικά δεν το είχε η Κασσάνδρα, αλλά όλοι οι υπόλοιποι που δεν την πίστευαν και την περιγελούσαν. Το ίδιο έπαθαν και εδώ σε εμάς, διάφοροι σοβαροί και συγκροτημένοι πολιτικοί και θεωρητικοί αναλυτές. Όλοι αυτοί εδώ και δεκαετίες με την διεισδυτική ματιά τους και την αναλυτική τους σκέψη, εδώ και δεκαετίες, διατύπωναν για το μέλλον της χώρας τις ανησυχίες τους και αντί άλλους τους περιγελούσαμε για τις εκτιμήσεις τους. Το αποτέλεσμα ήταν κάποιοι να ζούνε εξόριστοι από το δημόσιο χώρο, ενώ σε κάποιους άλλους είχαμε προσάψει τον χαρακτηρισμό του γραφικού και του περιθωριακού. Δυστυχώς ο χρόνος και τα γεγονότα τους δικαίωσαν, καθώς σήμερα ζούμε με τον πιο δραματικό τρόπο την μελαγχολική επιβεβαίωση των προβλέψεών τους. Γεγονός που μάλλον δεν χαροποιεί ούτε τους ίδιους οι οποίοι κατά βάθος πιστεύουμε ότι εύχονταν να διαψευστούν...

 Αλήθεια όμως πως νοιώθουν αλήθεια όλοι εκείνοι που εκστόμισαν όλες εκείνες τις μεγαλοστομίες για τις «καλύτερες ημέρες»  που θα έρθουν ή για «την ισχυρή και δυνατή Ελλάδα»!!! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά έκαναν και ότι μπορούσαν για να αποδομήσουν κάθε ίχνος συνοχής της κοινωνίας, να την κατακερματίσουν σε αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα (συντεχνίες και κλειστές ομάδες συμφερόντων), οι οποίοι αποιδεολογικοπoίησαν κάθε πτυχή της κοινωνικής δράσης, διέσπειραν το κυνισμό και την χρηματοθηρία (θυμάστε τι γινόταν στις αλήστου μνήμης εποχές της άνθησης του χρηματιστηρίου;), καλλιέργησαν τον εύκολο πλουτισμό και την προσδοκία μιας ανώδυνης και αβασάνιστης ζωής.

Κάπως έτσι φτάσαμε απροϋπόθετα να υποδεχθούμε μαζί με την εθνική και μια διεθνή κρίση. Ακοινώνητοι, απαίδευτοι και φτωχοί υποδεχόμαστε μια εθνική καταστροφή. Ανέτοιμη για το πένθος όταν χρόνια μας «εκπαίδευαν» μόνο για την χαρά. Αντί για την υπεραξία του κοπανιστού αέρα μοιραζόμαστε κάτω από τα επιτιμητικά βλέμματα των εταίρων μας και των γειτόνων μας την πίκρα της ήττας, της αποτυχίας και την απειλής της πτώχευσης.

Τα έχουμε συνειδητοποιήσει άραγε όλα αυτά ή απλά βιώνουμε μια κατάσταση που μας θυμίζει κάτι από τις δοκιμασίες ενός τηλεοπτικού παιχνιδιού, που κάποια στιγμή θα ακουστεί το καμπανάκι της λήξης και όλα θα τελειώσουν για να ξαναγίνουν όπως ήταν πριν; Αν τα έχουμε συνειδητοποιήσει είναι άξιο απορία η αδράνεια και η παθητικότητα με την οποία υπομένουμε το πρόβλημα. Είναι σαν να μην έχουμε αντιληφθεί ότι αυτό το κενό νοήματος που υπάρχει μας οδηγεί σιγά – σιγά σε ένα όλο και πιο ζοφερό εφιάλτη.  Αυτός ο εφιάλτης είναι το αύριο που μας χτυπάει την πόρτα και εμείς εξαντλούμε την όποια δύναμη έχουμε απλά για να αλλάζουμε τα κανάλια της τηλεόρασης.

Ταξιδιώτες ξενοδοχούμενοι

Ζώντας την πιο μεγάλη κρίση, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οι έλληνες έχουν δύο επιλογές, η μία είναι να τρελαθούν από το αίσθημα της απώλειας, η δεύτερη είναι να ανακαλύψουν εκ νέου την άσκηση του φιλοσοφείν. Η επιλογή είναι ελεύθερη.

«Φιλοκαλούμεν μετ' ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας (σ.σ. μαλθακότητας)» σημείωνε ότι ο συντοπίτης μας – κατά κάποιοι τρόπο – Θουκυδίδης, στον Επιτάφιο του Περικλή… Όταν έγραφε αυτά τα λόγια στην σκιά του Παγγαίου και αγναντεύοντας την ομορφιά του αιγαιοπελαγίτικου πελάγους σίγουρα έβλεπε λίγο πολύ αυτά που βλέπουμε και εμείς σήμερα, αν εξαιρέσουμε τα κτίσματα που πρόσθεσε ο χρόνος. Ωστόσο το εσωτερικό του βλέμμα, τα μάτια της ψυχής του έβλεπαν άλλες εικόνες γι’ αυτό και ίσως γι’ αυτό να μπόρεσε να προσεγγίζει – για πρώτη φορά – την έννοια της ιστορίας με ένα ασύγκριτα ανεπανάληπτο τρόπο. Τι περισσότερο είναι η ιστορία από την πάλη της Ελευθερίας με την Αναγκαιότητα; Κι όμως δεν το βλέπουμε, εμείς καταφέραμε να το λησμονήσουμε αυτό και να μετατραπούμε μέσα σε λίγες δεκαετίες σε ανθρωπολογικούς τύπους αραιής μνήμης.

Μεταβάλαμε την ιστορία και την παράδοσή μας σε γραφικότητες, τσολιαδάκια και κακόγουστα αναμνηστικά, λες και η ομορφιά του τόπου και οι δημιουργίες του ανθρώπου μέσα στο χρόνο μπορούν να αποτυπωθούν σε μια φθηνή εικόνα.  Ωστόσο από τι στιγμή που τα φθηνύναμε ήταν εύκολο και να τα απορρίψουμε, να τα γκρεμίσουμε και να πετάξουμε στη χωματερή. Με λίγα λόγια να πτωχεύσουμε…

Λέμε πολλές φορές ότι για την κακοδαιμονία που μας κατατρέχει, την ευθύνη έχουν διάφορα κέντρα στο εξωτερικό που μας επιβουλεύονται… Και φυσικά εμείς δεν έχουμε καμία ευθύνη. Επιδεικνύουμε συμπεριφορά πεντράχρονου, φταίνε όλοι οι άλλοι και καθόλου εμείς. Μακάρι όμως να ήταν έτσι να είχαν αποκλειστική ευθύνη οι άλλοι και όχι εμείς, γιατί μια ώριμη και συγκροτημένη συμπεριφορά από μέρους μας θα ακύρωνε το σύνολο ή ένα σημαντικό μέρος της κακής επιρροής. Δυστυχώς γι’ εμάς όμως δεν είναι έτσι…

Ζούμε τον ιστορικό χρόνο ως νόθες γενιές και νόθα τέκνα, αγενεαλόγητοι  πορευόμαστε χωρίς να έχουμε αντιληφθεί ότι κάθε τι που κάνουμε ή πολλές φορές που αποφεύγουμε να κάνουμε, αν δεν το βρούμε εμείς μπροστά μας – που ήδη αρχίσαμε – θα το βρουν οι επόμενοι. Καταντήσαμε τη δημόσια ζωή και κατ’ επέκταση και την ιδιωτική αμμώδης αλίμενος παραλία. «Τα πλοία» του ποιητή έφτασαν φορτωμένα, είναι αρόδο, αλλά ούτε λιμάνι υπάρχει για να προσδέσουν, ούτε χέρια για να τα ξεφορτώσουν.

Η σιωπή δεν είναι πάντα χρυσός

Παρακολουθούμε με πάρα πολύ ενδιαφέρον το δημόσιο διάλογο που έχε ανοίξει τις τελευταίες ημέρες, κύρια μετά την ανακοίνωση τα Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας με αφορμή την υπό εξέλιξη οικονομική κρίση, αν και νωρίτερα είχαμε δείγματα αυτού του διαλόγου με αφορμή παρεμβάσεις των ιεραρχών.

Το πρώτο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι για το αν η εκκλησία ή καλύτερα η ιεραρχία έχει αυτό το δικαίωμα ή είμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο πολιτικολογίας με κατάχρηση εξουσίας; Σε μια εποχή που ο καθείς που έχει μπροστά του ένα μικρόφωνο μπορεί όχι απλά να μιλάει για τον καιρό αλλά να προβαίνει και σε αναλύσεις επί παντός επιστητού, η απορία μας είναι γιατί να μην έχουν το δικαίωμα να μιλούν και οι ιεράρχες. Άρα η έκπληξη δεν θα έπρεπε να συνίσταται στο γιατί η ιεραρχία μιλάει, αλλά γιατί τόσο καιρό δεν μιλούσε. Κάθε έλληνας πολίτης έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να εκφράζει δημόσια τις απόψεις του. Δεν μιλάει μόνο όποιος έχει κάτι να κρύψει, οπότε προσπαθεί να ξεφεύγει της προσοχής για να μπορεί να κάνει τις δουλειές του ανενόχλητος…

Στην ιστορική συγκυρία που διερχόμαστε έχουμε ανάγκη από ένα σοβαρό δημόσιο διάλογο με την λογική ότι αν δεν μιλήσουμε, αν δεν ανταλλάξουμε απόψεις δεν είναι δυνατόν ούτε να βρούμε λύσεις αλλά ούτε και πετύχουμε το ελάχιστο της συνεννόησης και της στράτευσης για την υλοποίησή τους. Αντί λοιπόν του λίθου του αναθέματος προς τον επίσημο λόγο της ιεραρχίας – εδώ ταιριάζει απόλυτα ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω – θα ήταν πιο εποικοδομητικό να υπήρχε απάντηση σημείο προς σημείο, απ’ όποιον διαφωνεί. Κάτι τέτοιο όμως δεν το είδαμε.

Είδαμε να εκδηλώνεται μια επίθεση και μάλιστα από χώρους ιδιαίτερα ευάλωτους όσον αφορά τα ζητήματα συνέπειας, σοβαρότητας, και τεκμηρίωσης. Μια επίθεση που είχε ως μοναδικό σκοπό να υποβαθμίσει το περιεχόμενο και να αναδείξει ένα ανύπαρκτο θέμα, του δικαιώματος του δημόσιου λόγου.

Το έχουμε γράψει πολλάκις ότι ζούμε ημέρες ανάλογες της κατάρρευσης του ανατολικού μπλοκ, οικονομικές και κοινωνικές δομές ήδη άρχισαν να αλλάζουν. Ότι είχε εξοριστεί από τον δημόσιο χώρο θα το βρούμε μπροστά μας και όχι είχε αποκτήσει δικαιώματα ασυλίας τώρα πλέον θα πρέπει να εκτεθεί στο δημόσιο χώρο και να κριθεί. Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να έχουμε πρόβλημα με όσους εκφράζονται δημόσια αλλά με όσους σιωπούν.

Η περίοδος που περνάμε είναι ιδιαίτερα κρίσιμη και δεν θα αφήσει κανένα χώρο αλώβητο, όλα και όλοι θα δοκιμαστούμε και για τα λόγια μας και για τις πράξεις μας. Γι’ αυτό αν θέλουμε να εκφραστούμε πιο συγκεκριμένα για τη δημόσια παρέμβαση  της ιεραρχίας θα σημειώναμε ότι θα την κρίνουμε καλύτερα όταν θα δούμε να έρχονται και οι πράξεις.

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010

Extra muros

Δεν υπάρχει ιστορική περίοδος σε αυτή την χώρα που να μην υπήρχαν εξορίες. Για να μην πάμε όμως πολύ πίσω, στους εξοστρακισμούς της αρχαίας Αθήνας, θα σταθούμε στα πιο πρόσφατα γεγονότα. Τις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο είχαμε τις εξορίες – εκτοπίσεις σε διάφορα ξερονήσια. Με τον τρόπο αυτό η τότε κυρίαρχη ιδεολογία ήθελε να στερήσει από τους αντιφρονούντες την επαφή με τον υπόλοιπο πληθυσμό για να μην υπάρχει διατάραξη του κλίματος ασφάλειας και ειρήνης.  Τις τελευταίες δυο δεκαετίες γνωρίσαμε μια άλλου είδους εξορία, τον εκτοπισμό από τον τηλεοπτικό χώρο. Όποιος δεν είναι συμβατός με τις νόρμες του συστήματος δεν υπάρχει περίπτωση να του δοθεί η ευκαιρία να πει έστω και μια κουβέντα. Σαφώς και υπάρχουν κάποιες μικρές εξαιρέσεις και αυτές κύρια στην κρατική τηλεόραση αλλά είναι απειροελάχιστες. Έτσι πιο εύκολο είναι να βγει σε εκπομπές υψηλής τηλεθέασης ένας βιαστής, μια πορνοστάρ, ένα πολιτικό λαμόγιο, παρά ένα διανοούμενος που έχει κάτι να πει, ένας  παραγωγός που έχει κάτι να παρουσιάζει από τον κόπο των χεριών και του μυαλού του ή ένα πολιτικό πρόσωπο που δεν προσκύνησε τους καναλάρχες. Όλοι αυτοί, από την στιγμή που δεν έχουν δικαίωμα στον τηλεοπτικό χρόνο που αναλογεί στον προσωπικό τους εκτόπισμα δεν βιώνουν μια εξορία; Για τον πολύ κόσμο δεν είναι σαν να μην υπάρχουν, σαν να μην έχουν κάτι να επιδείξουν;

Ωστόσο δεν είναι μόνο αυτή η εξορία, πέρα από τον εκτοπισμό από το τηλεοπτικό γίγνεσθαι, ο οποίος αφορά μερικές δεκάδες ανθρώπους υπάρχει και μια άλλη εξορία πολύ πιο μαζική και αυτή είναι η ελληνική επαρχία και η διασπορά στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Έχει σκεφτεί κανείς πόσες εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, σκεπτόμενοι, παραγωγικοί, σημαντικές οντότητες στο είδους τους, δεν μπόρεσαν να προσφέρουν το κάτι περισσότερο που μπορούσαν επειδή ζουν στην ελληνική επαρχία ή στο εξωτερικό όπου αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν;  «Ζουν στην αφάνεια» επειδή είναι καταδικασμένοι να ζουν μακριά από την Αθήνα. Οπωσδήποτε πολλοί από αυτούς ζουν κατ΄ επιλογή στην επαρχία ή στο εξωτερικό, είτε γιατί δεν αντέχουν την απάνθρωπη πόλη της Αθήνας, είτε γιατί δεν αντέχουν όλη αυτή τη διαφθορά που έχει συσσωρευτεί και την δυσανεξία του συστήματος στους ικανούς και τους ηθικούς. Γιατί όμως αυτή τους η επιλογή θα πρέπει να είναι καταδίκη στην ανυπαρξία; Δεν χάνει η κοινωνία, δεν χάνει η πατρίδα από αυτές τις χιλιάδες χιλιάδων παραγωγικών και αξιόλογων ανθρώπων που για τον έναν ή τον άλλο λόγο ζουν στην «Ελληνική περιφέρεια»;  Με τον όρο «Ελληνική Περιφέρεια» προσδιορίζουμε τον εκτός Αθηνών χώρο με όρια εκεί που φτάνει και ακούγεται η ελληνική γλώσσα. Καθώς όπως έλεγε και ο ποιητής η γλώσσα είναι τα όρια του Ελληνισμού. Από πού λοιπόν προκύπτει ότι αυτή η απόφαση να βρεθούν extra muros πρέπει να ισοδυναμεί με ισόβια εξορία;


Ποιο κράτος δικαίου και αξιοκρατίας επιτρέπει να μένουν αναξιοποίητες τέτοιας ποιότητας δυνάμεις όπου στις περισσότερες των περιπτώσεων πέρα από την όποια κατάρτιση, πέρα από την όποια επιτυχημένη παραγωγική διαδικασία είναι άνθρωποι, ακέραιοι, τίμιοι και αξιοπρεπείς; Αν μια ανατροπή, πολιτική και κοινωνική δεν στηριχθεί σε αυτούς από ποιους άλλους θα προσδοκούσαμε να γίνουν οι ευαγγελιστές του νέου και αναγεννητικού λόγου; Πως είναι δυνατόν μια οικονομική, κοινωνική και πολιτική αναγέννηση να προέλθει από τον μεταμορφισμό των ήδη γνωστών – όσον αφορά την συγκρότηση, τις ικανότητες και την ηθική υπόσταση - παραγόντων  – υπηρετών του αθηναϊκού κράτους; Αυτοί δεν επιδιώκουν την ανατροπή αλλά μια νέα συμφωνία για να επιβιώσουν στις νέες συνθήκες. Οι μόνες δυνάμεις που μπορούν να εγγυηθούν μια ουσιαστική εθνική αναγέννηση είναι αυτές  που ζουν στην ελληνική εξορία, δηλαδή στην περιφέρεια της έθνους, η οποία βρίσκεται τόσο εντός όσο και εκτός εθνικών συνόρων.

Η διαφορά

«Η γη μας πληγώνει και ο ουρανός δεν μας δέχεται», αυτή η φράση του ποιητή εκφράζει ίσως με τον πιο παραστατικό τρόπο αυτό που ζούμε εδώ και μερικούς μήνες, μια βίαιη προσαρμογή των εργασιακών σχέσεων και κατ΄ επέκταση τόσο των κοινωνικών όσο και των προσωπικών, σε νέα δεδομένα. Η δραματική εξέλιξη στον χώρο της οικονομίας μας έχει φτάσει στο σημείο να μην βρίσκουμε τόπο να σταθούμε για να πάρουμε μια ανάσα, να ξαποστάσουμε, να πάρουμε κουράγιο για να συνεχίσουμε τον ανηφορικό δρόμο. Νοιώθουμε την ανάγκη να ξεσπάσουμε αλλά δεν μπορούμε. Ζούμε την κατάρρευση της δημοκρατίας των αόρατων ιδεών, της εποχής όπου η ικανοποίηση της ανάγκης ήταν η κινητήρια δύναμη, παραμελώντας άλλα στοιχεία απαραίτητα όχι για το ζειν αλλά για το ευ ζειν.
Η χρεωκοπία ήταν η αφορμή για να βιώσουμε μια βίαιη προσαρμογή σε ένα τύπο καπιταλισμού που δεν είχαμε γνωρίσει αλλά μόνο υποψιαζόμασταν. Ο δυτικού τύπου καπιταλισμός έχει χαρακτηριστικά ανωνυμίας, είναι απρόσωπος τα πάντα στηρίζονται σε νόρμες και νομικού χαρακτήρα συμβάσεις. Γι’ αυτό και βλέπουμε παντού να κυριαρχεί το μοντέλο των πολυεθνικών απρόσωπων εταιριών, όπου ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και τον καταναλωτή από την μία πλευρά και ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο από την άλλη, δεν υπάρχει προσωπική σχέση. Είναι αυτό που ζήσαμε τα προηγούμενα χρόνια στο χώρο της λιανικής των τροφίμων, στο παλιό μοντέλο ήταν ο μπακάλης και ο μανάβης με τον οποίον είχαμε προσωπική σχέση, τώρα στην εποχή του CARREFOUR, του LIDL και του ALDI, ψωνίζουμε χωρίς να γνωρίζουμε σε ποιόν δίνουμε τα χρήματά μας, το ίδιο ισχύει και για τους εργαζόμενους σε αυτά, δουλεύουν για πρόσωπο ή πρόσωπα που αγνοούν ακόμη και την ύπαρξή τους. Οι δικές μας ιστορικές καταβολές είναι τελείως διαφορετικές, ο ανατολικού τύπου καπιταλισμός, αυτός που σαρώθηκε στην περίοδο από το 1915 μέχρι το 1922 και ψήγματα επιβίωσαν μέσα από το προσφυγικό στοιχείο είχε δομηθεί με χαρακτηριστικά κοινωνίας προσώπων και όχι απρόσωπων, νομικού χαρακτήρα, σχέσεων.

Αυτές οι σχέσεις, ήταν για παράδειγμα, που είχαν διαμορφώσει την συνήθεια του Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα, τι ήταν αυτό; Μια αναγνώριση από την πλευρά της εργοδοσίας της καλής συνεργασίας με τους εργαζόμενους, γι’ αυτό και υπήρχαν αυτά τα επιπλέον χρήματα ως ανταπόδοση και αναγνώρισης των υπηρεσιών. Πράξη αδιανόητη για τον δυτικού τύπου καπιταλισμού, γι’ αυτό από τα πρώτα μέτρα που επιβλήθηκαν με το γνωστό μνημόνιο ήταν η εξάλειψη αυτών. Μπορεί στην πορεία να είχαν χάσει και αυτά την αρχική τους σημασία και να είχαν ενσωματωθεί σε μια διαδικασία κανονιστικού χαρακτήρα ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο όπου μέσα στον κυκεώνα νομικών ρυθμίσεων χάθηκε αυτή η σχέση της ανταμοιβής για να πάρει και αυτό το χαρακτήρα του καταναγκασμού.

Ίσως το γεγονός ότι αυτό το μέτρο επιβιώνει τουλάχιστον στον ιδιωτικό τομέα να είναι μια απόδειξη ότι ακόμη ως ανάμνηση και ως προσδοκία να υπάρχει η επιθυμία της επανάκτησης αυτής της σχέσης,  κόντρα στο ρεύμα που θέλει να ανατρέψει άρδην προϋπάρχουσες – έστω και εξασθενημένες-  δομές. Έργο δύσκολο αλλά αναγκαίο σε μια εν γένει αναζήτησης ενός εθνικού μοντέλου οικονομίας που θα στηρίζεται στις μικρές, σύγχρονες παραγωγικές μονάδες που θα ενσωματώνουν πέρα από τεχνολογία και στοιχεία της ιδιαίτερης πολιτιστικής παράδοσης τόσο στην διαδικασία παραγωγής όσο και στο τελικό προϊόν.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Η μετά εποχή

Η σχέση μας με τον κράτος θα είναι το καθοριστικό στοιχείο για το πώς θα πορευτούμε από εδώ και πέρα. Αυτό είναι κάτι που σχεδόν όλοι το υπαινίσσονται αλλά κανείς δεν μας το λέει καθαρά. Ο λόγος είναι ότι αυτή η σχέση είναι για την σημερινή Ελλάδα το μεγαλύτερο ταμπού και αυτή που σφράγισε τις ημέρες μας. Από την στιγμή που η παραγωγή και η δημιουργικότητα κηρύχτηκαν έκπτωτες το κράτος ανέλαβε – μεταξύ όλων των άλλων – να διασφαλίσει κοινή συναίνεση την κλυδωνιζόμενη κοινωνική ισορροπία και μάλιστα έχοντας την συναίνεση του συνόλου του πολιτικού κόσμου. Πέρα από λίγες περιθωριακές φωνές κανείς δεν τόλμησε να αμφισβητήσει αυτό το ρόλο και δεν θα ήταν υπερβολή να συμπεράνουμε ότι προέκυψε κοινή συναινέσει. Κατ’  επέκταση αυτό ανέδειξε το κράτος σε κεντρικό ρόλο ακόμη και της πολιτικής ζωής και αυτό φαίνεται και από το γεγονός της ύπαρξης των πολύ στενών σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στα πολιτικά γραφεία και στους προϊσταμένους των δημοσίων πηρεσιών, μεταλλάσσοντας μηχανισμούς που εξ ορισμού έπρεπε να λειτουργούν με βάσει την νομιμότητα και την αξιοκρατία, στο μακρύ χέρι των πελατειακών σχέσεων. Από αυτή την εξέλιξη και μετά οι πολίτες μεταλλάχτηκαν με την σειρά τους σε κοπάδια αιτούντων μια εξυπηρέτηση, με αντάλλαγμα ότι πιο «ευτελές» είχαν να διαθέσουν, την ψήφο τους. Έτσι σε λίγα χρόνια καταφέραμε αντί να δημιουργήσουμε μια κοινωνία πολιτών, να έχουμε μια αγέλη περιφερόμενων ψηφοφόρων, από κόμμα σε κόμμα και από πολιτικό γραφείο σε πολιτικό γραφείο. Όποιος δεν πήγε με το ρεύμα της εποχής, δηλαδή ο άνθρωπος με πνεύμα δημιουργίας, λογική σκέψη και αίσθημα ευθύνης βρέθηκε στο περιθώριο ως ανεπιθύμητος ή ακόμη και διώχθηκε. Παρά τις διακηρύξεις που για χρόνια ακούγαμε για λαϊκό κίνημα, εκείνο που εν τέλει γνωρίσαμε ήταν ένα κίνημα συμφεροντολόγων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο απαιτούσε όλοι να τρέφονται από το κράτος. Αίτημα που επίσης έτυχε διακομματικής στήριξης.

Το που φτάσαμε είναι γνωστό, εκείνο που δεν γνωρίσαμε ακόμη και είναι θέμα χρόνου να συμβεί, είναι οι βίαιες πράξεις ενός πρωτόγονου ομαδισμού ο οποίος θεωρεί ακόμη ότι έχει δικαιώματα και μπορεί να απαιτεί τα πάντα για να ικανοποιεί πραγματικές και εικονικές ανάγκες. Έτσι έμαθε έτσι πράττει. Κανείς δεν εξήγησε,  χρόνια τώρα, ότι πριν από τα δικαιώματα έρχονται οι υποχρεώσεις.

Αυτά όλα όμως τελείωσαν όχι επειδή το αποφάσισε κάποιος αλλά γιατί η εξάντληση των πόρων – οι οποίοι προέρχονταν κύρια από δανεισμό – εξαντλήθηκαν. Το επόμενο στάδιο είναι η επαναδιατύπωση της σχέσης μας με το κράτος και η νέα σχέση που θα προκύψει θα υπαγορεύσει και το πολιτικό σύστημα που απαιτούν οι καιροί. Μέχρι να φτάσουμε σε ένα σημείο ισορροπίας θα σημειωθούν ακραίες καταστάσεις και κανιβαλισμοί, όπως αυτές που ζούμε με το ασφαλιστικό και το φορολογικό, αλλά αφού δεν μπορέσαμε να οδηγηθούμε μέσα από ομαλές διεργασίες, θα υποστούμε την βίαιη προσαρμογή. Εκείνο που δεν φαίνεται να υπάρχει είναι ένα σχέδιο από την πλευρά της κυβέρνησης, η οποία εμφανίζεται σαν να λέει ένα τραγούδι που δεν το έχει μάθει καλά γι’ αυτό και σημειώνονται τόσες παραφωνίες. Αν η χορωδία ήταν καλύτερη τότε θα πορευόμαστε σε αυτό τον δύσκολο δρόμο με περισσότερη αυτοπεποίθηση και αίσθημα ασφάλειας. Δεν υπάρχουν δυστυχώς αυτά τα στοιχεία και αυτό θα συμβάλει στο να γίνουν οι συγκρούσεις ακόμη πιο έντονες. Θα ζήσουμε την κατάρρευση βεβαιοτήτων επάνω στις οποίες στηρίχθηκε η εποχή της αφροσύνης και όσο πιο γρήγορα βρεθούν εκείνοι που θα δώσουν το στίγμα των νέων χρόνων που έρχονται, τόσο το καλύτερο για όλους μας.

Θεόδωρος Α. Σπανέλης

Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

To «φθηνό»… ακριβό

Θα δώσουμε συνέχεια στο χθεσινό σημείωμα σχετικά με την αδυναμίας μας, ως χώρα, να εκμεταλλευτούμε τα «ιστορικά και πολιτιστικά κοιτάσματα» για να προσδώσουμε υπεραξία στα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρουμε. Δίνουμε συνέχεια για να αναφερθούμε σε μια περίπτωση που στην παρούσα φάση θα μπορούσε να δώσει το φιλί της ζωής στην θνήσκουσα εθνική οικονομία. Το θέμα μας είναι ο τουρισμός.




Είναι δυνατόν στην χώρα που γεννήθηκε ο όρος φιλοξενία να έχουμε αυτό το πράγμα που μόνο κατ’ ευφημισμό μπορείς να το ονομάσεις τουρισμό; Να μιλήσουμε για τα κτήρια ή για τις υπηρεσίες; Βλέπεις σήμερα τα Ξενία που φτιάχτηκαν πριν από πενήντα χρόνια και τα ζηλεύεις και κοιτάς να σύγχρονα ξενοδοχειακά συγκροτήματα των πέντε αστέρων και αποστρέφεις το βλέμμα σου για να μην δεις τον βιασμό της φύσης. Να μιλήσουμε για τις υπηρεσίες; Ο κυρ Κώστας και η κυρ Μαρία όταν νοίκιαζαν μερικά δωμάτια – πριν πενήντα χρόνια – στους πρώτους τουρίστες που πατούσαν το πόδι τους στην Ελλάδα πρόσφεραν υπηρεσίες που δεν μπορούν να συγκριθούν ούτε με το πλαστικό χαμόγελο του σήμερα, αλλά ούτε και με την αρπαχτική διάθεση που μας χαρακτηρίζει…. Στήνουμε μαγαζιά για ένα δίμηνο και θέλουμε σε αυτό το διάστημα να βγάλουμε ετήσιο εισόδημα!!! Αυτά μπορεί στο παρελθόν να γίνονταν τώρα όμως τελείωσαν. Οι αρπαχτές στον Τουρισμό τελείωσαν, και ο λόγος είναι ότι οι τουρίστες μας πήραν χαμπάρι και έφυγαν για άλλους προορισμούς, κύρια Τουρκία και Αίγυπτο. Οι εποχές που αρκούσαν ένα δωμάτιο, ένα φαγητό, η θάλασσα και ο ήλιος για να έρθουν οι τουρίστες παρήλθαν ανεπιστρεπτί.



Για να τους κάνουμε να γυρίσουν πίσω θα πρέπει να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας, σε χαμηλότερες τιμές, σε υψηλότερη ποιότητα και με ενσωματωμένη την ιστορική και πολιτιστική υπεραξία. Κι εμείς αντ΄ αυτού τι κάνουμε; Από τον τελευταίο δήμαρχο της χώρας μέχρι τον εκάστοτε υπουργό Τουρισμού, για να δείξουν έργο παίρνουν ένα αεροπλάνο και αρχίζουν τα ταξίδια για να φέρουν τουρίστες!!! Αν αυτό σας θυμίζει τον Χρόνη Εξαρχάκο στην ταινία ΓΟΡΓΟΝΕΣ ΚΑΙ ΜΑΓΚΕΣ δεν είστε καθόλου λάθος. Στο όνομα της δήθεν τουριστικής πολιτικής ξοδεύονται απίστευτα ποσά, γιατί; Για να γίνουμε γνωστοί στο εξωτερικό. Μα αυτό είναι το πρόβλημά μας, ότι οι «κουτόφραγκοι» μας ξέρουν και δεν δέχονται άλλο να τους κοροϊδεύουμε, γι’ αυτό και πήραν των ομματίων τους και πήγαν αλλού. Για να γυρίσουν δεν χρειάζεται διαφημιστική καμπάνια, αλλά να αλλάξουμε το προϊόν που πουλάμε. Πρέπει να σταματήσουμε να πουλάμε τόσο ακριβά ένα τόσο ευτελές προϊόν, όπως κατάντησε να είναι ο ελληνικός τουρισμός.



Σήμερα στο σημείο που βρισκόμαστε είναι δύσκολο και θέλει χρόνο να αναπτύξουμε παραγωγικές δομές για οτιδήποτε άλλο, πέρα του Τουρισμού. Είναι ο μόνος κλάδος που μπορεί πολύ γρήγορα να αναταχθεί και να δώσει αποτελέσματα. Το ζήτημα είναι βέβαια ποιος θα είναι αυτός που θα το κάνει! Σε τέτοια θέματα είναι που φαίνεται η αδυναμία του πολιτικού προσωπικού. Ενώ έχουμε ένα τόπο που θα μπορούσε να είναι η «Ιερουσαλήμ και η Μέκκα» για όλους τους Πολίτες του κόσμου. Αν όλοι αυτοί θα το είχαν σαν τάμα να έρθουν έστω και μια φορά σαν «προσκύνημα» σε αυτόν τον τόπο, δεν θα θέλαμε τίποτα άλλο. Για να συμβεί όμως αυτό θα πρέπει ο χώρος να αποκτήσει την χαμένη «ιερότητα» και από σκουπιδότοπος να γίνει ένας τόπος αξιών.