Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Extra muros

Δεν υπάρχει ιστορική περίοδος σε αυτή την χώρα που να μην υπήρχαν εξορίες. Για να μην πάμε όμως πολύ πίσω, στους εξοστρακισμούς της αρχαίας Αθήνας, θα σταθούμε στα πιο πρόσφατα γεγονότα. Τις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο είχαμε τις εξορίες – εκτοπίσεις σε διάφορα ξερονήσια. Με τον τρόπο αυτό η τότε κυρίαρχη ιδεολογία ήθελε να στερήσει από τους αντιφρονούντες την επαφή με τον υπόλοιπο πληθυσμό για να μην υπάρχει διατάραξη του κλίματος ασφάλειας και ειρήνης.  Τις τελευταίες δυο δεκαετίες γνωρίσαμε μια άλλου είδους εξορία, τον εκτοπισμό από τον τηλεοπτικό χώρο. Όποιος δεν είναι συμβατός με τις νόρμες του συστήματος δεν υπάρχει περίπτωση να του δοθεί η ευκαιρία να πει έστω και μια κουβέντα. Σαφώς και υπάρχουν κάποιες μικρές εξαιρέσεις και αυτές κύρια στην κρατική τηλεόραση αλλά είναι απειροελάχιστες. Έτσι πιο εύκολο είναι να βγει σε εκπομπές υψηλής τηλεθέασης ένας βιαστής, μια πορνοστάρ, ένα πολιτικό λαμόγιο, παρά ένα διανοούμενος που έχει κάτι να πει, ένας  παραγωγός που έχει κάτι να παρουσιάζει από τον κόπο των χεριών και του μυαλού του ή ένα πολιτικό πρόσωπο που δεν προσκύνησε τους καναλάρχες. Όλοι αυτοί, από την στιγμή που δεν έχουν δικαίωμα στον τηλεοπτικό χρόνο που αναλογεί στον προσωπικό τους εκτόπισμα δεν βιώνουν μια εξορία; Για τον πολύ κόσμο δεν είναι σαν να μην υπάρχουν, σαν να μην έχουν κάτι να επιδείξουν;

Ωστόσο δεν είναι μόνο αυτή η εξορία, πέρα από τον εκτοπισμό από το τηλεοπτικό γίγνεσθαι, ο οποίος αφορά μερικές δεκάδες ανθρώπους υπάρχει και μια άλλη εξορία πολύ πιο μαζική και αυτή είναι η ελληνική επαρχία και η διασπορά στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Έχει σκεφτεί κανείς πόσες εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, σκεπτόμενοι, παραγωγικοί, σημαντικές οντότητες στο είδους τους, δεν μπόρεσαν να προσφέρουν το κάτι περισσότερο που μπορούσαν επειδή ζουν στην ελληνική επαρχία ή στο εξωτερικό όπου αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν;  «Ζουν στην αφάνεια» επειδή είναι καταδικασμένοι να ζουν μακριά από την Αθήνα. Οπωσδήποτε πολλοί από αυτούς ζουν κατ΄ επιλογή στην επαρχία ή στο εξωτερικό, είτε γιατί δεν αντέχουν την απάνθρωπη πόλη της Αθήνας, είτε γιατί δεν αντέχουν όλη αυτή τη διαφθορά που έχει συσσωρευτεί και την δυσανεξία του συστήματος στους ικανούς και τους ηθικούς. Γιατί όμως αυτή τους η επιλογή θα πρέπει να είναι καταδίκη στην ανυπαρξία; Δεν χάνει η κοινωνία, δεν χάνει η πατρίδα από αυτές τις χιλιάδες χιλιάδων παραγωγικών και αξιόλογων ανθρώπων που για τον έναν ή τον άλλο λόγο ζουν στην «Ελληνική περιφέρεια»;  Με τον όρο «Ελληνική Περιφέρεια» προσδιορίζουμε τον εκτός Αθηνών χώρο με όρια εκεί που φτάνει και ακούγεται η ελληνική γλώσσα. Καθώς όπως έλεγε και ο ποιητής η γλώσσα είναι τα όρια του Ελληνισμού. Από πού λοιπόν προκύπτει ότι αυτή η απόφαση να βρεθούν extra muros πρέπει να ισοδυναμεί με ισόβια εξορία;


Ποιο κράτος δικαίου και αξιοκρατίας επιτρέπει να μένουν αναξιοποίητες τέτοιας ποιότητας δυνάμεις όπου στις περισσότερες των περιπτώσεων πέρα από την όποια κατάρτιση, πέρα από την όποια επιτυχημένη παραγωγική διαδικασία είναι άνθρωποι, ακέραιοι, τίμιοι και αξιοπρεπείς; Αν μια ανατροπή, πολιτική και κοινωνική δεν στηριχθεί σε αυτούς από ποιους άλλους θα προσδοκούσαμε να γίνουν οι ευαγγελιστές του νέου και αναγεννητικού λόγου; Πως είναι δυνατόν μια οικονομική, κοινωνική και πολιτική αναγέννηση να προέλθει από τον μεταμορφισμό των ήδη γνωστών – όσον αφορά την συγκρότηση, τις ικανότητες και την ηθική υπόσταση - παραγόντων  – υπηρετών του αθηναϊκού κράτους; Αυτοί δεν επιδιώκουν την ανατροπή αλλά μια νέα συμφωνία για να επιβιώσουν στις νέες συνθήκες. Οι μόνες δυνάμεις που μπορούν να εγγυηθούν μια ουσιαστική εθνική αναγέννηση είναι αυτές  που ζουν στην ελληνική εξορία, δηλαδή στην περιφέρεια της έθνους, η οποία βρίσκεται τόσο εντός όσο και εκτός εθνικών συνόρων.

Η διαφορά

«Η γη μας πληγώνει και ο ουρανός δεν μας δέχεται», αυτή η φράση του ποιητή εκφράζει ίσως με τον πιο παραστατικό τρόπο αυτό που ζούμε εδώ και μερικούς μήνες, μια βίαιη προσαρμογή των εργασιακών σχέσεων και κατ΄ επέκταση τόσο των κοινωνικών όσο και των προσωπικών, σε νέα δεδομένα. Η δραματική εξέλιξη στον χώρο της οικονομίας μας έχει φτάσει στο σημείο να μην βρίσκουμε τόπο να σταθούμε για να πάρουμε μια ανάσα, να ξαποστάσουμε, να πάρουμε κουράγιο για να συνεχίσουμε τον ανηφορικό δρόμο. Νοιώθουμε την ανάγκη να ξεσπάσουμε αλλά δεν μπορούμε. Ζούμε την κατάρρευση της δημοκρατίας των αόρατων ιδεών, της εποχής όπου η ικανοποίηση της ανάγκης ήταν η κινητήρια δύναμη, παραμελώντας άλλα στοιχεία απαραίτητα όχι για το ζειν αλλά για το ευ ζειν.
Η χρεωκοπία ήταν η αφορμή για να βιώσουμε μια βίαιη προσαρμογή σε ένα τύπο καπιταλισμού που δεν είχαμε γνωρίσει αλλά μόνο υποψιαζόμασταν. Ο δυτικού τύπου καπιταλισμός έχει χαρακτηριστικά ανωνυμίας, είναι απρόσωπος τα πάντα στηρίζονται σε νόρμες και νομικού χαρακτήρα συμβάσεις. Γι’ αυτό και βλέπουμε παντού να κυριαρχεί το μοντέλο των πολυεθνικών απρόσωπων εταιριών, όπου ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και τον καταναλωτή από την μία πλευρά και ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο από την άλλη, δεν υπάρχει προσωπική σχέση. Είναι αυτό που ζήσαμε τα προηγούμενα χρόνια στο χώρο της λιανικής των τροφίμων, στο παλιό μοντέλο ήταν ο μπακάλης και ο μανάβης με τον οποίον είχαμε προσωπική σχέση, τώρα στην εποχή του CARREFOUR, του LIDL και του ALDI, ψωνίζουμε χωρίς να γνωρίζουμε σε ποιόν δίνουμε τα χρήματά μας, το ίδιο ισχύει και για τους εργαζόμενους σε αυτά, δουλεύουν για πρόσωπο ή πρόσωπα που αγνοούν ακόμη και την ύπαρξή τους. Οι δικές μας ιστορικές καταβολές είναι τελείως διαφορετικές, ο ανατολικού τύπου καπιταλισμός, αυτός που σαρώθηκε στην περίοδο από το 1915 μέχρι το 1922 και ψήγματα επιβίωσαν μέσα από το προσφυγικό στοιχείο είχε δομηθεί με χαρακτηριστικά κοινωνίας προσώπων και όχι απρόσωπων, νομικού χαρακτήρα, σχέσεων.

Αυτές οι σχέσεις, ήταν για παράδειγμα, που είχαν διαμορφώσει την συνήθεια του Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα, τι ήταν αυτό; Μια αναγνώριση από την πλευρά της εργοδοσίας της καλής συνεργασίας με τους εργαζόμενους, γι’ αυτό και υπήρχαν αυτά τα επιπλέον χρήματα ως ανταπόδοση και αναγνώρισης των υπηρεσιών. Πράξη αδιανόητη για τον δυτικού τύπου καπιταλισμού, γι’ αυτό από τα πρώτα μέτρα που επιβλήθηκαν με το γνωστό μνημόνιο ήταν η εξάλειψη αυτών. Μπορεί στην πορεία να είχαν χάσει και αυτά την αρχική τους σημασία και να είχαν ενσωματωθεί σε μια διαδικασία κανονιστικού χαρακτήρα ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο όπου μέσα στον κυκεώνα νομικών ρυθμίσεων χάθηκε αυτή η σχέση της ανταμοιβής για να πάρει και αυτό το χαρακτήρα του καταναγκασμού.

Ίσως το γεγονός ότι αυτό το μέτρο επιβιώνει τουλάχιστον στον ιδιωτικό τομέα να είναι μια απόδειξη ότι ακόμη ως ανάμνηση και ως προσδοκία να υπάρχει η επιθυμία της επανάκτησης αυτής της σχέσης,  κόντρα στο ρεύμα που θέλει να ανατρέψει άρδην προϋπάρχουσες – έστω και εξασθενημένες-  δομές. Έργο δύσκολο αλλά αναγκαίο σε μια εν γένει αναζήτησης ενός εθνικού μοντέλου οικονομίας που θα στηρίζεται στις μικρές, σύγχρονες παραγωγικές μονάδες που θα ενσωματώνουν πέρα από τεχνολογία και στοιχεία της ιδιαίτερης πολιτιστικής παράδοσης τόσο στην διαδικασία παραγωγής όσο και στο τελικό προϊόν.

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Η μετά εποχή

Η σχέση μας με τον κράτος θα είναι το καθοριστικό στοιχείο για το πώς θα πορευτούμε από εδώ και πέρα. Αυτό είναι κάτι που σχεδόν όλοι το υπαινίσσονται αλλά κανείς δεν μας το λέει καθαρά. Ο λόγος είναι ότι αυτή η σχέση είναι για την σημερινή Ελλάδα το μεγαλύτερο ταμπού και αυτή που σφράγισε τις ημέρες μας. Από την στιγμή που η παραγωγή και η δημιουργικότητα κηρύχτηκαν έκπτωτες το κράτος ανέλαβε – μεταξύ όλων των άλλων – να διασφαλίσει κοινή συναίνεση την κλυδωνιζόμενη κοινωνική ισορροπία και μάλιστα έχοντας την συναίνεση του συνόλου του πολιτικού κόσμου. Πέρα από λίγες περιθωριακές φωνές κανείς δεν τόλμησε να αμφισβητήσει αυτό το ρόλο και δεν θα ήταν υπερβολή να συμπεράνουμε ότι προέκυψε κοινή συναινέσει. Κατ’  επέκταση αυτό ανέδειξε το κράτος σε κεντρικό ρόλο ακόμη και της πολιτικής ζωής και αυτό φαίνεται και από το γεγονός της ύπαρξης των πολύ στενών σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στα πολιτικά γραφεία και στους προϊσταμένους των δημοσίων πηρεσιών, μεταλλάσσοντας μηχανισμούς που εξ ορισμού έπρεπε να λειτουργούν με βάσει την νομιμότητα και την αξιοκρατία, στο μακρύ χέρι των πελατειακών σχέσεων. Από αυτή την εξέλιξη και μετά οι πολίτες μεταλλάχτηκαν με την σειρά τους σε κοπάδια αιτούντων μια εξυπηρέτηση, με αντάλλαγμα ότι πιο «ευτελές» είχαν να διαθέσουν, την ψήφο τους. Έτσι σε λίγα χρόνια καταφέραμε αντί να δημιουργήσουμε μια κοινωνία πολιτών, να έχουμε μια αγέλη περιφερόμενων ψηφοφόρων, από κόμμα σε κόμμα και από πολιτικό γραφείο σε πολιτικό γραφείο. Όποιος δεν πήγε με το ρεύμα της εποχής, δηλαδή ο άνθρωπος με πνεύμα δημιουργίας, λογική σκέψη και αίσθημα ευθύνης βρέθηκε στο περιθώριο ως ανεπιθύμητος ή ακόμη και διώχθηκε. Παρά τις διακηρύξεις που για χρόνια ακούγαμε για λαϊκό κίνημα, εκείνο που εν τέλει γνωρίσαμε ήταν ένα κίνημα συμφεροντολόγων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο απαιτούσε όλοι να τρέφονται από το κράτος. Αίτημα που επίσης έτυχε διακομματικής στήριξης.

Το που φτάσαμε είναι γνωστό, εκείνο που δεν γνωρίσαμε ακόμη και είναι θέμα χρόνου να συμβεί, είναι οι βίαιες πράξεις ενός πρωτόγονου ομαδισμού ο οποίος θεωρεί ακόμη ότι έχει δικαιώματα και μπορεί να απαιτεί τα πάντα για να ικανοποιεί πραγματικές και εικονικές ανάγκες. Έτσι έμαθε έτσι πράττει. Κανείς δεν εξήγησε,  χρόνια τώρα, ότι πριν από τα δικαιώματα έρχονται οι υποχρεώσεις.

Αυτά όλα όμως τελείωσαν όχι επειδή το αποφάσισε κάποιος αλλά γιατί η εξάντληση των πόρων – οι οποίοι προέρχονταν κύρια από δανεισμό – εξαντλήθηκαν. Το επόμενο στάδιο είναι η επαναδιατύπωση της σχέσης μας με το κράτος και η νέα σχέση που θα προκύψει θα υπαγορεύσει και το πολιτικό σύστημα που απαιτούν οι καιροί. Μέχρι να φτάσουμε σε ένα σημείο ισορροπίας θα σημειωθούν ακραίες καταστάσεις και κανιβαλισμοί, όπως αυτές που ζούμε με το ασφαλιστικό και το φορολογικό, αλλά αφού δεν μπορέσαμε να οδηγηθούμε μέσα από ομαλές διεργασίες, θα υποστούμε την βίαιη προσαρμογή. Εκείνο που δεν φαίνεται να υπάρχει είναι ένα σχέδιο από την πλευρά της κυβέρνησης, η οποία εμφανίζεται σαν να λέει ένα τραγούδι που δεν το έχει μάθει καλά γι’ αυτό και σημειώνονται τόσες παραφωνίες. Αν η χορωδία ήταν καλύτερη τότε θα πορευόμαστε σε αυτό τον δύσκολο δρόμο με περισσότερη αυτοπεποίθηση και αίσθημα ασφάλειας. Δεν υπάρχουν δυστυχώς αυτά τα στοιχεία και αυτό θα συμβάλει στο να γίνουν οι συγκρούσεις ακόμη πιο έντονες. Θα ζήσουμε την κατάρρευση βεβαιοτήτων επάνω στις οποίες στηρίχθηκε η εποχή της αφροσύνης και όσο πιο γρήγορα βρεθούν εκείνοι που θα δώσουν το στίγμα των νέων χρόνων που έρχονται, τόσο το καλύτερο για όλους μας.

Θεόδωρος Α. Σπανέλης