Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Η ανακεφαλαίωση

Εκ πρώτης όψεως ανάμεσα στο 1974 και το 2010 υπάρχουν σημαντικές διαφορές και αποστάσεις γενναίες, ωστόσο υπάρχουν και πολλά κοινά. Περισσότερα απ’ όσα μπορεί να φανταστεί κανείς με την πρώτη προσέγγιση. Πριν έρθει το 2011 και λίγο πριν εκπνεύσει το 2010 ίσως είναι πιο κατάλληλη στιγμή για να ανακεφαλαιώσουμε τις τελευταίες επτά δεκαετίες ελληνικής ιστορίας.

Αν και δεν το καταλαβαίνουμε ζούμε ημέρες του 1974… Από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά στην χώρα μας κυριάρχησε ένα καθεστώς που για συντομία θα το αποκαλούμε της Δεξιάς Εθνικοφροσύνης. Ήταν ένα καθεστώς που έστησε το αεριτζίδικο, αντιπαραγωγικό μεταπολεμικό κράτος, καρπώθηκε την ξένη βοήθεια (ΟΥΝΡΑ – Σχέδιο Μάρσαλ) και στην προσπάθειά του να νομιμοποιηθεί αναζήτησε ιδεολογικά στηρίγματα στις έννοιες του έθνους, της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, πολύτιμος σύμμαχος σε αυτή την προσπάθεια ο κομμουνιστικός κίνδυνος ο οποίος αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να εφευρεθεί. Οι επόμενες δεκαετίες ήταν γεμάτες τραγικές καταστάσεις με εξορίες, διώξεις και κοινωνικούς αποκλεισμούς, έτσι φτάσαμε στην χούντα και στο τραγικό τέλος που έφερε η απώλεια εθνικού χώρου, με την κατοχή στην Κύπρο. Εκεί στα νερά της Κύπρου κατέρρευσε ένα καθεστώς δεκαετιών, το οποίο ηττήθηκε πολιτικά και ιδεολογικά εκεί όπου είχε επενδύσει στις έννοιες του έθνους και της πατρίδας. Η ιστορία τους έγραψε σαν προδότες της πατρίδας τους.

Μέσα από τα νερά της Κερύνειας δεν αναδύθηκε η Αφροδίτη, καθώς είχε προηγηθεί η ανάδυσή της στα νερά της Πάφου, αλλά η μεταπολίτευση. Το νέο πολιτικό μοντέλο επένδυσε στην οικονομία, την ευμάρεια, την ευωχία, τον καταναλωτισμό, αλλά με τρόπο κάλπικο, το παραγωγικό κεφάλαιο διώχθηκε, οι αντιφρονούσες φωνές εξορίστηκαν μέσα από μια κυριαρχία ενός ψευτοαριστερού λόγου, ο δημόσιος τομέας αλώθηκε από τους συνδικαλιστές… Η νέα εθνικοφροσύνη ήταν τώρα αριστερή, στο όνομα της κοινωνικής ισότητας, δικαιοσύνης κ.λ.π. υπέταξε την οικονομία στο κράτος, το οποίο ήδη είχε αλώσει και τον ήλεγχε μέσω συγκεκριμένων μηχανισμών, πολιτικών, συνδικαλιστικών, εκδοτικών, εργολαβικών κ.λ.π. Επίσης και η νέα εθνικοφροσύνη διένειμε κατά το δοκούν και αντιπαραγωγικά την εισαγόμενη βοήθεια (ευρωπαϊκά προγράμματα και ξένα δάνεια) για να μπορέσει να στηρίξει το «αναπτυξιακό μοντέλο» της αρπαχτής και της διαφθοράς. Με όλα αυτά καλύφθηκε για τέσσερεις δεκαετίες το πολιτικό έλλειμμα αφού το κυρίαρχο σύνθημα ήταν «Εδώ και τώρα θα τα κονομήσουμε». Το παιχνίδι ήταν τόσο ελκυστικό που ακόμη και οπαδοί της παλιά εθνικοφροσύνης, της Δεξιάς, προσχώρησαν εν μια νυκτί, στο νέο χορό του Ζαλόγγου.

Και αυτή η εθνικοφροσύνη ηττήθηκε εκεί που είχε επενδύσει στην οικονομία, την ευημερία, τον καταναλωτισμό. Η έλευση του Δ.Ν.Τ. και κατ’ επέκταση της Τρόικας, δεν απέχει και πολύ από την τουρκική κατοχή στην Κύπρο. Και η πράξη αυτή έμελλε να συμβεί από μια σοσιαλιστική κυβέρνηση…

Ζούμε το «ύστερο σήμερα» της μεταπολίτευσης, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι η μετέωρη κατάσταση ανάμεσα σε αυτό που έχει νεκρωθεί και κρατιέται διασωληνωμένο στην εντατική και σε αυτό που δεν έχει αναδυθεί ακόμη. Τι θα είναι το νέο, μια εκ νέου μασκαρεμένη και κάλπικη εθνικοφροσύνη  ή μια πραγματικά νέα κατάσταση, χωρίς ψευδεπίγραφα σχήματα, εξορίες, αποκλεισμούς, με ένα παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας και δίκαιης ανακατανομής του πλούτου για όλους του έλληνες; Και από που μπορεί να έρθει αυτό; Μόνο από αυτούς που είναι εξόριστοι εδώ και επτά δεκαετίες. Αυτό είναι το ζητούμενο για το 2011 και τις χρονιές που έρχονται. 

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Βασιλεύς ή οικονόμος

«Ο υιός μου ένι μεν αρμόδιος βασιλεύς, ου του παρόντος δε καιρού. Βλέπε γαρ και φρονεί μεγάλα και τοιαύτα, οία οι καιροί έχρηζον την ευημερία των προγόνων ημών. Αμή σήμερον… ου βασιλέα θέλει η ημών αρχή, αλλά οικονόμων».

Τα παραπάνω λόγια τα αποδίδει ο ιστορικός στον αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο με αποδέκτη τον υιό του Ιωάννη Παλαιολόγο. Η φράση αυτή έδωσε την αφορμή στην Τόνια Κιουσοπούλου να γράψει ένα εξαιρετικά εύστοχο δοκίμιο για την πολιτική ιδεολογία του βυζαντινού κράτους πριν από την άλωση. Να μείνουμε όμως λίγο περισσότερο σε αυτή την φράση μέσα από την οποία ο ήδη άρρωστος αυτοκράτορας συμπυκνώνει την πολιτική του διαθήκη, ότι δηλαδή η ελέω θεού και απόλυτης ανεξαρτησίας βασιλεία έχει τελειώσει οπότε το μόνο που έχει να κάνει ο διάδοχος είναι να αναδειχθεί σε ένα πετυχημένο διαχειριστή.

Τα παραπάνω διαδραματίζονται μόλις λίγες δεκαετίες πριν από την άλωση και έχουμε την εντύπωση ότι σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε, αυτή η ανέσπερος φράση – χάρη στην γραφή του ιστορικού - αποκτάει μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Όχι μόνο γιατί θέτει ένα ερώτημα που αν και δεν το έχουμε αντιληφθεί μας βασανίζει ιδιαίτερα σήμερα αλλά πολύ περισσότερο γιατί εκείνο που απουσιάζει σήμερα μια πολιτική διαθήκη για τον ενεστώτα χρόνο, η οποία θα υψούται ως πολεμικός πύργος για την άμυνα της κοινωνίας στην επερχόμενη κατάρρευση και την δρομολόγηση μια νέας αναπτυξιακής προσπάθειας. Μια διαθήκη  η οποία φυσικά θα δίνει απάντηση και στο  κύριο ερώτημα που τίθεται επιτακτικά, σχετικά με το τι περιεχόμενο και πως θα πρέπει είναι διαμορφωμένος ο κάθε θεσμικός ρόλος, από εδώ και στο εξής.

Ο καλλιεργημένος αυτοκράτορας έθεσε το ερώτημα «Βασιλεύς ή οικονόμος;», το οποίο παραμένει επίκαιρο και συναρτάται άμεσα με μια σειρά διαπιστώσεις για τα κακώς κείμενα του απερχόμενου συστήματος και τα οποία προκάλεσαν πολλά από τα δεινά του αδιεξόδου που βιώνουμε.

Βουλευτής ή μέτοχος στην εταιρία ΔΙΑΦΘΟΡΑ Α.Ε.;
Πνευματικός ποιμένας ή διαχειριστής στο παγκάρι;
Διανοούμενος ή επιχορηγούμενος «καλλιτέχνης» από την ΔΕΚΟ, ΛΙΒΑΝΙΣΤΗΡΙ Α.Ε.;
Καθηγητής ή οικονομικός διαχειριστής σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα και επιχορηγήσεις;
Συνδικαλιστής ή συνδιαχειριστής στην εταιρία ΚΡΑΤΟΣ Α.Ε.;
Επιχειρηματίας – παραγωγός ή αεριτζής προμηθευτής στο ΔΗΜΟΣΙΟ Α.Ε.;
Δάσκαλος ή φύλακας ανηλίκων; 

Ουκ εστί αριθμός για το πόσες είναι περιπτώσεις όπου θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε το ρόλο και το περιεχόμενο. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει όμως να ξέρουμε που είμαστε, το τι θέλουμε και από πού θα πάμε για να βγούμε από τον λάκκο των λεόντων στον οποίον έχουμε πέσει…

Οι πλατιοί δρόμοι έγιναν λογγωμένα μονοπάτια και απότομες ανηφοριές, από εδώ και πέρα τίποτα δεν θα το βρούμε ως χάρισμα ή στο δρόμο πεταμένο, θα πρέπει να δουλέψουμε σκληρά, να βασανιστούμε από διλλήματα και αμφιωολίες, έτσι ώστε να αποκτήσουμε την συνείδηση και την γνώση για το τι πρέπει να πράξουμε για να βγούμε από την κρίση. 

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Σύμβολο ή κατάρα;

Ένα από τα πιο ισχυρά πρόσωπα - σύμβολα της ελληνικής μυθολογίας, είναι ο Οδυσσέας, πόσα δεν έχουν γραφτεί για το μεγάλο του ταξίδι και την επιστροφή του στην Ιθάκη. Από ερμηνείες της αλληγορικής διάστασης του μύθου μέχρι και ποιήματα, με κορυφαίο βέβαια αυτό του Κ. Καβάφη. Τι είναι όμως αυτό που κάνει αυτό το μύθο να αντέχει τόσο πολύ στο χρόνος; Τι είναι αυτό που κάνει ακόμη και σήμερα τους Έλληνες να ακολουθήσουν το δρόμο του Οδυσσέα;

Ο Οδυσσέας ήταν ένας κοσμοπολίτης του καιρού του, ταξίδεψε από ανάγκη αλλά το απόλαυσε αυτό το ταξίδι και διδάχθηκε πάρα πολλά, γι’ αυτό και όταν γύρισε στο σπίτι του ήταν πολύ πιο σοφός απ’ ότι όταν έφυγε. Συνάμα όμως πέρα από κοσμοπολίτης, ήταν και πατριώτης, αφού το αίσθημα του νόστου ήταν τόσο δυνατό που όσο μακριά και να πήγε, όσο καλές στιγμές και αν έζησε, πάντα είχε στο μυαλό του να γυρίσει πίσω. Το ίδιο συνέβη και με τους πιο σύγχρονους που αποφάσισαν να ακολουθήσουν τα βήματα του Οδυσσέα, πολλοί έφυγαν από αυτό το τόπο αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, πάντα είχαν την Ελλάδα στην καρδιά τους, αλλά σχεδόν ποτέ δεν γύρισαν πίσω, παρά μόνο για διακοπές.

Να γυρίσουν να κάνουν τι; Να δουλέψουν; Να προσφέρουν; Να θυσιαστούν; Για ποιόν; Για ένα κράτος που έκανε ότι μπορούσε για να τους διώξει; Έχει σκεφτεί κανείς πως θα ήταν η Ελλάδα αν όλοι αυτοί οι πετυχημένοι επιχειρηματίες και επιστήμονες δεν είχαν φύγει; Μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι αν δεν είχαν φύγει δεν θα ήταν ούτε καν επιτυχημένοι… Ενδεχομένως, αλλά το ίδιο δυνατά μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι αν είχαν μείνει ίσως να ήταν πιο δυνατή η φωνή αυτών που δεν άντεχαν την μιζέρια και την υποβάθμιση, οπότε οι αναγκαίες ανατροπές να είχαν έρθει πιο νωρίς και όχι κατ΄ ανάγκη μέσα από μια βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση αλλά μέσα από ένα μελετημένο σχέδιο. Τα πράγματα φτάνουν σε κρίση όταν οι άνθρωποι ολιγορούν να πάρουν αποφάσεις.

Τα σημειώνουμε αυτά σήμερα καθώς καθημερινά πληθαίνουν οι φωνές, κύρια των νέων ανθρώπων που θέλουν να φύγουν. Έχει σκεφτεί κανείς το τι θα συμβεί σε 15 – 20 χρόνια αν αυτή τη στιγμή φύγουν τα πιο ανήσυχα και δραστήρια μυαλά στο εξωτερικό; Μια χώρα σε οικονομική – κοινωνική κρίση, η οποία μαστίζεται από την υπογεννητικότητα και από την εισβολή κατά χιλιάδων λαθρομεταναστών; Θα καταντήσει, πάρα πολύ γρήγορα να είναι τόπος μόνο για συνταξιούχους και τους απόκληρους αυτού του πλανήτη.

Αυτό που βιώνουμε σήμερα υπό την ασφυκτική πίεση της κρίσης δεν είναι μόνο η αποδόμηση του αστικού κράτους , έτσι όπως διαμορφώθηκε από την Συνθήκη της Λωζάννης και μετά καθώς και την διακυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου, αλλά η εξαφάνιση κάθε προϋπόθεσης ανάταξης μέσα από την κρίση. Αν απουσιάζουν τα υποκείμενα της δράσης, ποιοι θα αναλάβουν το παραγωγικό έργο της ανασυγκρότησης; Ποιοι θα ανατρέψουν την σημερινή κατάσταση πραγμάτων και ποιοι θα εκφράσουν την νέα πολιτική τάξη  που έχει ανάγκη η κοινωνία ώστε να κάνει, έστω ένα βήμα μπροστά;

Κενό ζωτικού νοήματος

Ως γνωστό το πρόβλημα τελικά δεν το είχε η Κασσάνδρα, αλλά όλοι οι υπόλοιποι που δεν την πίστευαν και την περιγελούσαν. Το ίδιο έπαθαν και εδώ σε εμάς, διάφοροι σοβαροί και συγκροτημένοι πολιτικοί και θεωρητικοί αναλυτές. Όλοι αυτοί εδώ και δεκαετίες με την διεισδυτική ματιά τους και την αναλυτική τους σκέψη, εδώ και δεκαετίες, διατύπωναν για το μέλλον της χώρας τις ανησυχίες τους και αντί άλλους τους περιγελούσαμε για τις εκτιμήσεις τους. Το αποτέλεσμα ήταν κάποιοι να ζούνε εξόριστοι από το δημόσιο χώρο, ενώ σε κάποιους άλλους είχαμε προσάψει τον χαρακτηρισμό του γραφικού και του περιθωριακού. Δυστυχώς ο χρόνος και τα γεγονότα τους δικαίωσαν, καθώς σήμερα ζούμε με τον πιο δραματικό τρόπο την μελαγχολική επιβεβαίωση των προβλέψεών τους. Γεγονός που μάλλον δεν χαροποιεί ούτε τους ίδιους οι οποίοι κατά βάθος πιστεύουμε ότι εύχονταν να διαψευστούν...

 Αλήθεια όμως πως νοιώθουν αλήθεια όλοι εκείνοι που εκστόμισαν όλες εκείνες τις μεγαλοστομίες για τις «καλύτερες ημέρες»  που θα έρθουν ή για «την ισχυρή και δυνατή Ελλάδα»!!! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά έκαναν και ότι μπορούσαν για να αποδομήσουν κάθε ίχνος συνοχής της κοινωνίας, να την κατακερματίσουν σε αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα (συντεχνίες και κλειστές ομάδες συμφερόντων), οι οποίοι αποιδεολογικοπoίησαν κάθε πτυχή της κοινωνικής δράσης, διέσπειραν το κυνισμό και την χρηματοθηρία (θυμάστε τι γινόταν στις αλήστου μνήμης εποχές της άνθησης του χρηματιστηρίου;), καλλιέργησαν τον εύκολο πλουτισμό και την προσδοκία μιας ανώδυνης και αβασάνιστης ζωής.

Κάπως έτσι φτάσαμε απροϋπόθετα να υποδεχθούμε μαζί με την εθνική και μια διεθνή κρίση. Ακοινώνητοι, απαίδευτοι και φτωχοί υποδεχόμαστε μια εθνική καταστροφή. Ανέτοιμη για το πένθος όταν χρόνια μας «εκπαίδευαν» μόνο για την χαρά. Αντί για την υπεραξία του κοπανιστού αέρα μοιραζόμαστε κάτω από τα επιτιμητικά βλέμματα των εταίρων μας και των γειτόνων μας την πίκρα της ήττας, της αποτυχίας και την απειλής της πτώχευσης.

Τα έχουμε συνειδητοποιήσει άραγε όλα αυτά ή απλά βιώνουμε μια κατάσταση που μας θυμίζει κάτι από τις δοκιμασίες ενός τηλεοπτικού παιχνιδιού, που κάποια στιγμή θα ακουστεί το καμπανάκι της λήξης και όλα θα τελειώσουν για να ξαναγίνουν όπως ήταν πριν; Αν τα έχουμε συνειδητοποιήσει είναι άξιο απορία η αδράνεια και η παθητικότητα με την οποία υπομένουμε το πρόβλημα. Είναι σαν να μην έχουμε αντιληφθεί ότι αυτό το κενό νοήματος που υπάρχει μας οδηγεί σιγά – σιγά σε ένα όλο και πιο ζοφερό εφιάλτη.  Αυτός ο εφιάλτης είναι το αύριο που μας χτυπάει την πόρτα και εμείς εξαντλούμε την όποια δύναμη έχουμε απλά για να αλλάζουμε τα κανάλια της τηλεόρασης.

Ταξιδιώτες ξενοδοχούμενοι

Ζώντας την πιο μεγάλη κρίση, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οι έλληνες έχουν δύο επιλογές, η μία είναι να τρελαθούν από το αίσθημα της απώλειας, η δεύτερη είναι να ανακαλύψουν εκ νέου την άσκηση του φιλοσοφείν. Η επιλογή είναι ελεύθερη.

«Φιλοκαλούμεν μετ' ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας (σ.σ. μαλθακότητας)» σημείωνε ότι ο συντοπίτης μας – κατά κάποιοι τρόπο – Θουκυδίδης, στον Επιτάφιο του Περικλή… Όταν έγραφε αυτά τα λόγια στην σκιά του Παγγαίου και αγναντεύοντας την ομορφιά του αιγαιοπελαγίτικου πελάγους σίγουρα έβλεπε λίγο πολύ αυτά που βλέπουμε και εμείς σήμερα, αν εξαιρέσουμε τα κτίσματα που πρόσθεσε ο χρόνος. Ωστόσο το εσωτερικό του βλέμμα, τα μάτια της ψυχής του έβλεπαν άλλες εικόνες γι’ αυτό και ίσως γι’ αυτό να μπόρεσε να προσεγγίζει – για πρώτη φορά – την έννοια της ιστορίας με ένα ασύγκριτα ανεπανάληπτο τρόπο. Τι περισσότερο είναι η ιστορία από την πάλη της Ελευθερίας με την Αναγκαιότητα; Κι όμως δεν το βλέπουμε, εμείς καταφέραμε να το λησμονήσουμε αυτό και να μετατραπούμε μέσα σε λίγες δεκαετίες σε ανθρωπολογικούς τύπους αραιής μνήμης.

Μεταβάλαμε την ιστορία και την παράδοσή μας σε γραφικότητες, τσολιαδάκια και κακόγουστα αναμνηστικά, λες και η ομορφιά του τόπου και οι δημιουργίες του ανθρώπου μέσα στο χρόνο μπορούν να αποτυπωθούν σε μια φθηνή εικόνα.  Ωστόσο από τι στιγμή που τα φθηνύναμε ήταν εύκολο και να τα απορρίψουμε, να τα γκρεμίσουμε και να πετάξουμε στη χωματερή. Με λίγα λόγια να πτωχεύσουμε…

Λέμε πολλές φορές ότι για την κακοδαιμονία που μας κατατρέχει, την ευθύνη έχουν διάφορα κέντρα στο εξωτερικό που μας επιβουλεύονται… Και φυσικά εμείς δεν έχουμε καμία ευθύνη. Επιδεικνύουμε συμπεριφορά πεντράχρονου, φταίνε όλοι οι άλλοι και καθόλου εμείς. Μακάρι όμως να ήταν έτσι να είχαν αποκλειστική ευθύνη οι άλλοι και όχι εμείς, γιατί μια ώριμη και συγκροτημένη συμπεριφορά από μέρους μας θα ακύρωνε το σύνολο ή ένα σημαντικό μέρος της κακής επιρροής. Δυστυχώς γι’ εμάς όμως δεν είναι έτσι…

Ζούμε τον ιστορικό χρόνο ως νόθες γενιές και νόθα τέκνα, αγενεαλόγητοι  πορευόμαστε χωρίς να έχουμε αντιληφθεί ότι κάθε τι που κάνουμε ή πολλές φορές που αποφεύγουμε να κάνουμε, αν δεν το βρούμε εμείς μπροστά μας – που ήδη αρχίσαμε – θα το βρουν οι επόμενοι. Καταντήσαμε τη δημόσια ζωή και κατ’ επέκταση και την ιδιωτική αμμώδης αλίμενος παραλία. «Τα πλοία» του ποιητή έφτασαν φορτωμένα, είναι αρόδο, αλλά ούτε λιμάνι υπάρχει για να προσδέσουν, ούτε χέρια για να τα ξεφορτώσουν.

Η σιωπή δεν είναι πάντα χρυσός

Παρακολουθούμε με πάρα πολύ ενδιαφέρον το δημόσιο διάλογο που έχε ανοίξει τις τελευταίες ημέρες, κύρια μετά την ανακοίνωση τα Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας με αφορμή την υπό εξέλιξη οικονομική κρίση, αν και νωρίτερα είχαμε δείγματα αυτού του διαλόγου με αφορμή παρεμβάσεις των ιεραρχών.

Το πρώτο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι για το αν η εκκλησία ή καλύτερα η ιεραρχία έχει αυτό το δικαίωμα ή είμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο πολιτικολογίας με κατάχρηση εξουσίας; Σε μια εποχή που ο καθείς που έχει μπροστά του ένα μικρόφωνο μπορεί όχι απλά να μιλάει για τον καιρό αλλά να προβαίνει και σε αναλύσεις επί παντός επιστητού, η απορία μας είναι γιατί να μην έχουν το δικαίωμα να μιλούν και οι ιεράρχες. Άρα η έκπληξη δεν θα έπρεπε να συνίσταται στο γιατί η ιεραρχία μιλάει, αλλά γιατί τόσο καιρό δεν μιλούσε. Κάθε έλληνας πολίτης έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να εκφράζει δημόσια τις απόψεις του. Δεν μιλάει μόνο όποιος έχει κάτι να κρύψει, οπότε προσπαθεί να ξεφεύγει της προσοχής για να μπορεί να κάνει τις δουλειές του ανενόχλητος…

Στην ιστορική συγκυρία που διερχόμαστε έχουμε ανάγκη από ένα σοβαρό δημόσιο διάλογο με την λογική ότι αν δεν μιλήσουμε, αν δεν ανταλλάξουμε απόψεις δεν είναι δυνατόν ούτε να βρούμε λύσεις αλλά ούτε και πετύχουμε το ελάχιστο της συνεννόησης και της στράτευσης για την υλοποίησή τους. Αντί λοιπόν του λίθου του αναθέματος προς τον επίσημο λόγο της ιεραρχίας – εδώ ταιριάζει απόλυτα ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω – θα ήταν πιο εποικοδομητικό να υπήρχε απάντηση σημείο προς σημείο, απ’ όποιον διαφωνεί. Κάτι τέτοιο όμως δεν το είδαμε.

Είδαμε να εκδηλώνεται μια επίθεση και μάλιστα από χώρους ιδιαίτερα ευάλωτους όσον αφορά τα ζητήματα συνέπειας, σοβαρότητας, και τεκμηρίωσης. Μια επίθεση που είχε ως μοναδικό σκοπό να υποβαθμίσει το περιεχόμενο και να αναδείξει ένα ανύπαρκτο θέμα, του δικαιώματος του δημόσιου λόγου.

Το έχουμε γράψει πολλάκις ότι ζούμε ημέρες ανάλογες της κατάρρευσης του ανατολικού μπλοκ, οικονομικές και κοινωνικές δομές ήδη άρχισαν να αλλάζουν. Ότι είχε εξοριστεί από τον δημόσιο χώρο θα το βρούμε μπροστά μας και όχι είχε αποκτήσει δικαιώματα ασυλίας τώρα πλέον θα πρέπει να εκτεθεί στο δημόσιο χώρο και να κριθεί. Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να έχουμε πρόβλημα με όσους εκφράζονται δημόσια αλλά με όσους σιωπούν.

Η περίοδος που περνάμε είναι ιδιαίτερα κρίσιμη και δεν θα αφήσει κανένα χώρο αλώβητο, όλα και όλοι θα δοκιμαστούμε και για τα λόγια μας και για τις πράξεις μας. Γι’ αυτό αν θέλουμε να εκφραστούμε πιο συγκεκριμένα για τη δημόσια παρέμβαση  της ιεραρχίας θα σημειώναμε ότι θα την κρίνουμε καλύτερα όταν θα δούμε να έρχονται και οι πράξεις.