Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Η ρωγμή


Και ξαφνικά ανακαλύψαμε ότι η διαφθορά είναι σαν την λερναία ύδρα, γι’ αυτό και μια μάχη εναντίον της φαντάζει μάταιη, δεν ξέρει κανείς από πού να πιάσει για να αρχίσει και που να συνεχίσει. Αυτή είναι η αλήθεια, όποια πέτρα και να σηκώσουμε σε αυτόν τον έρμο τόπο θα συναντήσουμε δείγματα διαφθοράς. Το αξιοσημείωτο με την διαφθορά είναι ότι δεν αποτελείται από ένα άθροισμα μεμονωμένων χαρακτηριστικών αλλά είναι ένα απόλυτο σύμπλεγμα ανθρώπων και εξουσιών όπου εν τέλει αυτό εξασφαλίζει και την ατιμωρησία των ενόχων.
 Τα τελευταία και δραματικότερα χρόνια η διαφθορά και κάθε τι φθηνό και χυδαίο έγινε πρότυπο συμπεριφοράς, ως αποτέλεσμα μιας αναζήτησης νέων προτύπων τα οποία θα έρχονταν σε ρήξη με την παλαιά τάξη πραγμάτων. Εκείνο όμως που δεν είχαμε αντιληφθεί τότε ήταν ότι ενώ ήταν εύκολο να πέσουν τα παλιά είδωλα, δεν ήμασταν σε θέση να αξιολογήσουμε τα νέα. Με συνέπεια να μην κατανοήσουμε ότι άλλο είναι να βρίσκει κανείς αληθινό πλούτο στο τετριμμένο και το ασήμαντο και άλλο να εξυψώνεις σε θέσφατο το χυδαίο και το φθηνό. Γι’ αυτό ενώ νοιώσαμε ηδονή, καταστρέφοντας την παλαιά τάξη πραγμάτων, αναθεματίζοντας το συνηθισμένο και επαναλαμβανόμενο, δεν αντιληφθήκαμε ότι το πέρασμα από μια ξεπερασμένη τάξη στο χάος της αταξίας δεν ήταν η μοναδική επιλογή που υπήρχε. Αυτό άρχισε να γίνεται κατανοητό τα τελευταία μόνο χρόνια όταν αρχίσαμε να εισπράττουμε την «υπεραξία» που δημιούργησε η αύξηση της αταξίας. Η μανία μας έφτασε μέχρι του σημείου να εξορίσουμε από την καθημερινή ζωή την προσδοκία μιας ανώτερης ύπαρξης, να απορρίψουμε ακόμη και ως έννοια την μεταφυσική, ως ένα δείγμα της βεβαιότητάς μας σε ένα μηχανιστικό, απόλυτα ελεγχόμενο σύστημα που ανταμείβει τους ικανούς και τους έξυπνους στη βάση ενός απροσδιόριστου συστήματος μιας νέας ηθικής.

Μαζί με όλα αυτά χάθηκαν και εκείνοι οι στοχαστές, οι διανοούμενοι οι οποίοι λειτουργώντας ως ελκυστές, οι οποίοι προσέφεραν στην κοινωνία όχι μόνο την υπηρεσία των οδοδεικτών αλλά και της ασφαλιστικής δικλείδας ή καλύτερα εκείνη της βαλβίδας για την δημιουργική εκτόνωσης των κοινωνικών εντάσεων. Έτσι ένα πρωί, σηκώνοντας το σεντόνι δεν αντικρίσαμε μόνο την διαφθορά αγκαλιά με την ανικανότητα, αλλά επί της ουσίας ένα τεράστιο κενό, το οποίο προκαλεί τέτοιο τρόμο που κανείς δεν τολμάει να αναλάβει να το διαχειριστεί.

Τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά επανέρχεται το αίτημα του εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας, όχι ως ένα ψευδεπίγραφο σύνθημα, αλλά ως μια γνήσια ανάγκη που θα πρέπει να ικανοποιηθεί. Είναι το αίτημα που δεν θα στοχεύει στην αποκαθήλωση των προγόνων και της παράδοσης αλλά στην δημιουργική σύζευξης του αδιανέμητου πλούτου του παρελθόντος μας με τις απαιτητικές ανάγκες του σήμερα. Η αναζήτηση των ιδανικών μορφών δεν είναι άγονη παρελθοντολογία αλλά εκείνοι οι ελκυστές που οφείλουμε να ανακαλύψουμε εξ νέου λόγω απουσίας νέων προτύπων. Η κρίση είναι πολύπλευρη και η ανακύκλωση της συζήτησης για τα ποσοτικά και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ατελέσφορη, το θέμα είναι αν μπορούμε να ανακαλύψουμε νέα πρότυπα συμπεριφοράς και τρόπου ζωής, αν ναι τότε έχουμε δημιουργήσει ήδη ένα ρήγμα στην άγονη αναζήτηση.

Το κουτσομπολιό και η διαφθορά


Δεν είναι καινούργιο φαινόμενο το κουτσομπολιό, απεναντίας είναι ιδιαίτερα παλιό, ωστόσο όσο και αν άντεξε στο χρόνο ποτέ δεν κατάφερε να αλλάξει κατηγορία, πάντα το βρίσκαμε μεταξύ των αρνητικών χαρακτηριστικών μια κοινότητας ή μιας ομάδας ατόμων.

Το κουτσομπολιό λοιπόν είναι έννοια συμπληρωματική αρνητικών εκφάνσεων μιας κοινωνίας, όπως είναι για παράδειγμα η κρατική διαφθορά, το ρουσφέτι, η ανοργανωσιά, η ατιμωρησία κ.λπ. είναι λοιπόν όλα αυτά που πιέζουν την κοινωνία να μείνει καθηλωμένη εκεί που είναι και να μην μπορεί να κοιτάξει μπροστά, όπου μπροστά είναι κάθε κατάσταση που προάγει και δημιουργεί νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά για μια κοινότητα. Το κουτσομπολιό είναι έννοια και χαρακτηριστικό της παθητικότητας και του περιθωρίου, της μερικής θεώρησης και της ανακύκλωσης άχρηστων υλικών. Με λίγα λόγια είναι μια ατελέσφορη κατάσταση γιατί από αυτό απουσιάζει η συστηματική, η τεκμηρίωση και η απόδειξη. Είναι πολύ απλά λόγια που μπορούν να ανακυκλώνονται, να διαδίδονται στο διηνεκές. Δεν εμπλουτίζουν και δεν βελτιώνουν μια κοινωνία γιατί δεν είναι ικανά να δημιουργήσουν ούτε δράση αλλά ούτε και αντίδραση. Όσο πιο αιχμηρά είναι, όσο πιο απίθανα τα βρίσκει κανείς τόσο πιο εύκολα αναπαράγονται. Είναι μια σκιά που επί της ουσίας δεν μπορεί να την αγγίξει κανείς, αλλά ούτε και είναι εύκολο να τα διαψεύσει. Τα κουτσομπολιά τέλος είναι σε θέση να προσφέρουν συγκίνηση, να διασκεδάσουν, να εξάψουν την φαντασία, να δώσουν περιεχόμενο σε συζητήσεις, ακόμη και σε ζωές ανθρώπων.

Το κουτσομπολιό γεννάει την αδράνεια, μια κοινωνία όμως που βρίσκεται σε κρίση δεν έχει ανάγκη αυτό. Έχει ανάγκη την λυτρωτική δράση, έχει ανάγκη το άνοιγμα προς το μέλλον, το οποίο μπορεί να το εγγυηθεί μόνο μια κοινωνία συλλογικότητας με κανόνες συμπεριφοράς και λειτουργίας και τιμωρίες για τους παραβάτες. Τι συμβαίνει εδώ και ένα χρόνο – τουλάχιστον – στην χώρα μας;
Υπάρχει ένας καταιγισμός πληροφοριών για σκάνδαλα, για ρεμούλες, για διαφθορά, για φαγοπότια και υπεξαιρέσεις. Είναι σε εξέλιξη μια τεράστια συζήτηση για δεκάδες σκάνδαλα η οποία προσφέρει υλικό για μεγάλο μέρος των καθημερινών συζητήσεων, ωστόσο είναι μια κουβέντα που δεν οδηγεί σε αποτέλεσμα. Ακούμε για ρεμούλες στους εξοπλισμούς, για τα φαγοπότια με το ιατρικό και φαρμακευτικό υλικό, για την διαφθορά των δημοσίων λειτουργών, ακούμε για τους μεγάλους φοροφυγάδες, ακούμε για τις απάτες των πολιτικών και πολλά άλλα. Τι δεν ακούμε;

Δεν ακούμε ούτε για μια υπόθεση να καταλήγει κάπου, σε ένα σημείο όπου θα μπει μια τελεία. Κάποια πρόσωπα να λογοδοτήσουν στην δικαιοσύνη, κάποιες καταστάσεις να ξηλωθούν και να εξυγιανθούν. Αντί να γίνουμε μάρτυρες διαδικασιών κάθαρσης γινόμαστε και εμείς – μέσω της αναπαραγωγής – συμμέτοχοι σε ένα μεγάλο κουτσομπολιό, δηλαδή μια διαδικασία άγονη, ατελέσφορη και αναποτελεσματική, η οποία σε τελική ανάλυση αντί να φωτίσει συσκοτίζει. Είναι ανάγκη σε κάθε υπόθεση να δημοσιοποιούνται τόσες πολλές λεπτομέρειες, για το πώς έγινε η απάτη; Τους πολίτες ένα πράγμα τους ενδιαφέρει αν απονεμήθηκε δικαιοσύνη. Γι’ αυτό το ζήτημα όμως δεν μιλάει κανείς, όλα χάνονται στις λεπτομέρειες. 

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Το μνημόνιο και το τέλος της μεταπολίτευσης


Δικαιώνονται όσοι εδώ και ένα χρόνο περίπου υποστήριζαν ότι το Δ.Ν.Τ. δεν είναι ο φορέας της λύσης του οικονομικού προβλήματος της χώρας και σε καμία περίπτωση του μνημόνιο δεν μπορεί να είναι η λύση… Τι είναι όμως το μνημόνιο; Στο εξής θα είναι ένα ορόσημο στην ζωή μας, θα λέμε για την ζωή πριν το μνημόνιο και για τη ζωή μετά το μνημόνιο και η περιγραφή για το πριν δεν θα είναι παρά η αναπόληση των «ευτυχισμένων» ημερών της μεταπολίτευσης, τότε που πιστεύαμε ότι όλα ήταν δυνατά, η Εθνική Ανεξαρτησία, η Κοινωνική Δικαιοσύνη και η Λαϊκή Κυριαρχία…

Το 1974 η χούντα και η δεξιά εθνικοφροσύνη η οποία μια ζωή πολιτεύτηκε στο όνομα του Έθνους και της πατρίδας, βούλιαξε στο νερά της Κυρήνειας… Το 2011 τα οράματα του κεντροαριστερού χώρου – αυτού που υποσχέθηκε εθνική ανεξαρτησία, κοινωνική δικαιοσύνη και λαϊκή κυριαρχία - βούλιαξαν στην «πίεση» του Δ.Ν.Τ. και στο ξεπούλημα της χώρας σε δανειστές και μη. Πλέον δεν απέχουμε πολύ από εκείνο το σημείο που ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος θα στιγματιστεί στο διηνεκές από το στίγμα της εθνικής προδοσίας. Για ποια κοινωνική δικαιοσύνη μπορεί να μιλήσει το ΠΑΣΟΚ όταν είναι σήμερα ο κύριος φορέας υλοποίησης του μνημονίου; Ποια λαϊκή κυριαρχία μπορεί να επικαλεστεί όταν οι κυβερνητικές αποφάσεις λαμβάνονται όχι με βάση την βούληση του ελληνικού λαού αλλά του Μνημονίου; Επιπλέον για ποια εθνική ανεξαρτησία μπορούμε να μιλάμε όταν βρισκόμαστε ένα βήμα πριν το ξεπούλημα δημόσιας γης σε δανειστές και μη;

Ήδη στην Θράκη και εσχάτως και στην Καβάλα, στρώνεται ο δρόμος για την εξαγορά παραγωγικών μονάδων από τουρκικά κεφάλαια. Στην Καβάλα έχει συγκροτηθεί ένα ισχυρό κεμαλικό λόμπυ το οποίο στο όνομα της οικονομικής κρίσης ευαγγελίζεται την λύση του προβλήματος στην υποδοχή τουρκικών κεφαλαίων. Η οικονομική κρίση έχει δημιουργήσει εκείνο το περιβάλλον όπου θα εμφανιστεί ως μάννα εξ ουρανού ο Αχμέτ Νταβούτογλου και η παρέα του ως σωτήρες. Κάποιοι συμπολίτες μας έχουν αναλάβει εργολαβικά και στρώνουν το χαλί, για τον υποδεχθούν ως αντίπαλο δέος στην ανικανότητα του ελληνικού κράτους, θα έρθει να μας υποσχεθεί επενδύσεις, τουρίστες και πολλά μεροκάματα…

Ο κ. Νταβούτογλου κάνει πάρα πολύ καλά την δουλειά του και αφού βρίσκει ευλύγιστες σπονδυλικές στήλες στην Καβάλα γιατί να μην προχωρήσει με ταχείς ρυθμούς στην υλοποίηση των σχεδίων. Προς το παρόν δεν θα αναφερθούμε περισσότερο στο θέμα μιας και σύντομα θα μας απασχολήσει εκτενέστερα. Εκείνο που θέλουμε να επισημάνουμε όμως είναι ο ολισθηρός δρόμος στον οποίο έχουμε εισέλθει ελέω μνημονίου και μιας κακοδιαχείρισης από το σύνολο των μεταπολιτευτικών κομμάτων, η οποία δημιούργησε το δημόσιο έλλειμμα και το οποίο στη συνέχεια λειτουργεί ως κερκόπορτα για μια νέα άλωση της χώρας. Το τέλος της μεταπολίτευσης έρχεται με απώλεια εθνικής κυριαρχίας, όπως το τέλος της χούντας ήρθε το 1974 με την απώλεια του 33% της Κύπρου.  Τι άλλο θέλουμε να συμβεί για να ξυπνήσουμε;

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Α.ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ: ΠΩΣ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ


ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ Η ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΒΑΚΙΡΤΖΗ

Ο άνθρωπος προσπαθεί να επιβληθεί, να παρέμβει σε όσα συμβαίνουν στο οικείο περιβάλλον του και στη φύση / φυσικό του χώρο. Από τον καιρό που ο άνθρωπος κατοικούσε ακόμα στις σπηλιές, αναπαριστούσε πάνω στα τοιχώματα και το έδαφος τις εσωτερικές του επιθυμίες, φόβους, χαρές ή και την προβολή του θεϊκού, ως έξωθεν βοήθεια /μαρτυρία της χωροχρονικά διαπιστωμένης πλέον οντότητάς του.
Τι συμβαίνει, ωστόσο, όταν κάποια πράγματα και καταστάσεις ξεπερνούν τη θέληση, τη βούληση, όσο και τις ανθρώπινες αντοχές / όρια ενός ατόμου; Μήπως, κατά συνέπεια, μέσα στη δίνη της η ανθρώπινη τούτη ύπαρξη, γίνεται μια πεπαλαιωμένη και ίσως ξεχασμένη πραγματικότητα; Μήπως τότε μορφή, χαρακτήρας, προσωπικότητα αυτού του ανθρώπου, θυμίζουν ένα φθαρμένο, πάλλευκο κάποτε άγαλμα, του οποίου η σιωπηλή παρουσία κι εμβληματικότητα, αφήνεται να εξηγηθεί / αναλυθεί / αναδομηθεί και στολιστεί από τα βλέμματα των γύρω του; Και, εντέλει, να σκιαγραφηθεί μέσα από τον ψυχισμό και την εκάστοτε υποκειμενική 'αλήθεια' όσων συμβαίνει να βρίσκονται κοντά του;
Πολλές οι απόψεις, οι οπτικές γωνίες, οι εκατέρωθεν εξιστορήσεις θα ακουστούν ή εξιστορηθούν με τρόπους λεπτεπίλεπτους, ευαίσθητους, άκομψους ή και βίαιους - ώστε να εκφραστεί / 'ακουστεί' η φωνή του παρόντα - απόντα. Και τις φωνές αυτές διαλέγει να αφουγκραστεί, να αποκωδικοποιήσει η γνωστή συγγραφέας Αμάντα Μιχαλοπούλου στο καινούριο της μυθιστόρημα «Πώς να κρυφτείς» (εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 368).
Υπόθεση. Ο κεντρικός ήρωας, Στέφανος, είναι ένας τριανταπεντάρης δάσκαλος ελληνικών, που ζει στο Βερολίνο και έχει βάλει σκοπό να λύσει το αίνιγμα των παιδικών του χρόνων. Ήταν μόλις τεσσάρων ετών, όταν συνέβη να πέσει θύμα απαγωγής. Όντας φυσικός «πραγματικός» γιος ενός διάσημου πανεπιστημιακού αρχιτέκτονα, ο ανήλικος τότε Στέφανος υπήρξε θύμα απαγωγής, καθώς παραθέριζε στο συγκρότημα πρότυπων κατοικιών του πατέρα του από ένα ζευγάρι Γερμανών που είχαν χάσει τον γιο τους. Ως Μίχαελ  Σουλτς και μέχρι την ηλικία των 11 χρόνων ζει στη Γερμανία με τους απαγωγείς του και εμβαπτίζεται με τη γερμανική κουλτούρα.
Στην Ελλάδα γυρνάει στα 11, όταν επιτέλους τον βρίσκουν οι πραγματικοί του γονείς, στην Ελλάδα με μητρική γλώσσα την Γερμανική. Από τότε ζει ανάμεσα στις δύο χώρες, οι οποίες τον ταλανίζουν εφόσον στην Γερμανία αισθάνεται Έλληνας και στην Ελλάδα Γερμανός. Ουσιαστικά χωρίς δική του πατρίδα, δίχως ουσιαστικά δικό του πατέρα και, κυρίως, προσωπικότητα, αποφασίζει να επιστρέψει στο Βερολίνο, στην εποχή που η πτώση του Τοίχους αποτελεί τη νέα τάξη πραγμάτων σε Ευρώπη και Γερμανία. Άπατρις και ψυχικά ξεριζωμένος, όμοιος με την οικουμενική ανασφαλής μορφή ανθρώπων και ιδεών, ο νέος άνδρας προσπαθεί να βρει απάντηση στα ερωτήματα που δεν τον αφήνουν να ησυχάσει. Θέλει απεγνωσμένα να βρει τους απαγωγείς του, αλλά και να συναντηθεί με τον ίδιο του το εαυτό.
Στο «Πώς να κρυφτείς», η αφήγηση είναι πολυφωνική. Και όλοι μιλούν από μία φορά, εκτός από τον Στέφανο που είναι και ο κεντρικός (και κατά βάση σιωπηλός) ήρωας της ιστορίας. Καθώς ο Στέφανος είναι εσωστρεφής, οι άλλοι αφηγητές (η γυναίκα του, η αδερφή του, μια μαθήτρια που είναι ερωτευμένη μαζί του, ο Γερμανός που τον απήγαγε όταν ήταν παιδί) αναλαμβάνουν να φωτίσουν τα κενά.
Με γρήγορους ρυθμούς, συνεχείς ανατροπές, η πλοκή του «Πώς» της Α.Μ. γίνεται ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα. Μια αξιόπιστη, ίσως και λίγο φολκλορικά «πολύχρωμη» αναζήτηση της αλήθειας και της ταυτότητας, της πατρίδας που είναι η γλώσσα και τα αγαπημένα πρόσωπα. Μια περιπέτεια που διατρέχει τόπους, χώρες, πόλεις, για να περιγράφει τελικά το πιο αναπάντεχο εσωτερικό ταξίδι».
Το δραματικό υπόβαθρο του βιβλίου περιγράφεται με μικρά γεγονότα και υπόγειο χιούμορ. Σαν ένα κέντημα. «Μα έτσι δεν θυμόμαστε; Αποσπασματικά και με κάποιες εικόνες», τονίζει η συγγραφέας και συνεχίζει: «Το Βερολίνο με βοήθησε να δω την Ελλάδα απέξω. Όταν ζεις σε μια χώρα δεν την παρατηρείς με την ίδια ενάργεια. Με την απόσταση, οι βαρύνουσες λεπτομέρειες επανέρχονται σαν σε όνειρο».
Η Αμάντα Μιχαλοπούλου με το "Πως να κρυφτείς" μας χαρίζει το καλύτερο ίσως μυθιστόρημά της (ανάμεσα στα «Πριγκίπισσα Σαύρα», «Θα ήθελα», «Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη», «Παλιόκαιρος», «Γιάντες» που έχουμε διαβάσει). Πολυφωνικό, καθώς την αφήγηση αναλαμβάνουν πολλά από τα πρόσωπα της ιστορίας με προεξάρχοντα τον ίδιο τον ήρωα, τον Στέφανο, έντεχνα δομημένο στην πλοκή του, περίτεχνο γλωσσικά, συναρπάζει στην ανάγνωση, μολονότι η συγγραφέας ρισκάρει να αποδομήσει την ιστορία μέχρι τέλους.
Η δραματική τούτη ανασύνθεση πλοκής / ηρώων, δεν αφαιρεί από την αφήγηση το ενδιαφέρον - αντιθέτως κατόρθωσε να το εξάψει ακόμη περισσότερο - αλλά συνετέλεσε στην άριστη ψυχογραφία των βασικών προσώπων όλης της υπόθεσης του μυθιστορήματος.
Έτσι ο αναγνώστης βιώνει ξεχωριστά την εσωτερική αναζήτηση του Στέφανου να βρει τον ίδιο του τον εαυτό και να συναρμολογήσει το πάζλ της ζωής του. Να γνωρίσει τους πραγματικούς του γονείς - αν και έχουν πεθάνει - τους απαγωγείς του, αλλά και τα πρόσωπα που τον περιτριγυρίζουν. Αυτή η επίμονη και επίπονη αναζήτηση τον οδηγούν στην πραγματική του πατρίδα, που δεν είναι άλλη από την οικογένεια που ο ίδιος δημιουργεί. Αγαπημένα πρόσωπα. Μια περιπέτεια που διατρέχει τόπους, χώρες, πόλεις, για να περιγράφει τελικά το πιο αναπάντεχο εσωτερικό ταξίδι».
ΕΚΔ.ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, ΑΘΗΝΑ 2011