Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Η ανακεφαλαίωση

Εκ πρώτης όψεως ανάμεσα στο 1974 και το 2010 υπάρχουν σημαντικές διαφορές και αποστάσεις γενναίες, ωστόσο υπάρχουν και πολλά κοινά. Περισσότερα απ’ όσα μπορεί να φανταστεί κανείς με την πρώτη προσέγγιση. Πριν έρθει το 2011 και λίγο πριν εκπνεύσει το 2010 ίσως είναι πιο κατάλληλη στιγμή για να ανακεφαλαιώσουμε τις τελευταίες επτά δεκαετίες ελληνικής ιστορίας.

Αν και δεν το καταλαβαίνουμε ζούμε ημέρες του 1974… Από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά στην χώρα μας κυριάρχησε ένα καθεστώς που για συντομία θα το αποκαλούμε της Δεξιάς Εθνικοφροσύνης. Ήταν ένα καθεστώς που έστησε το αεριτζίδικο, αντιπαραγωγικό μεταπολεμικό κράτος, καρπώθηκε την ξένη βοήθεια (ΟΥΝΡΑ – Σχέδιο Μάρσαλ) και στην προσπάθειά του να νομιμοποιηθεί αναζήτησε ιδεολογικά στηρίγματα στις έννοιες του έθνους, της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, πολύτιμος σύμμαχος σε αυτή την προσπάθεια ο κομμουνιστικός κίνδυνος ο οποίος αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να εφευρεθεί. Οι επόμενες δεκαετίες ήταν γεμάτες τραγικές καταστάσεις με εξορίες, διώξεις και κοινωνικούς αποκλεισμούς, έτσι φτάσαμε στην χούντα και στο τραγικό τέλος που έφερε η απώλεια εθνικού χώρου, με την κατοχή στην Κύπρο. Εκεί στα νερά της Κύπρου κατέρρευσε ένα καθεστώς δεκαετιών, το οποίο ηττήθηκε πολιτικά και ιδεολογικά εκεί όπου είχε επενδύσει στις έννοιες του έθνους και της πατρίδας. Η ιστορία τους έγραψε σαν προδότες της πατρίδας τους.

Μέσα από τα νερά της Κερύνειας δεν αναδύθηκε η Αφροδίτη, καθώς είχε προηγηθεί η ανάδυσή της στα νερά της Πάφου, αλλά η μεταπολίτευση. Το νέο πολιτικό μοντέλο επένδυσε στην οικονομία, την ευμάρεια, την ευωχία, τον καταναλωτισμό, αλλά με τρόπο κάλπικο, το παραγωγικό κεφάλαιο διώχθηκε, οι αντιφρονούσες φωνές εξορίστηκαν μέσα από μια κυριαρχία ενός ψευτοαριστερού λόγου, ο δημόσιος τομέας αλώθηκε από τους συνδικαλιστές… Η νέα εθνικοφροσύνη ήταν τώρα αριστερή, στο όνομα της κοινωνικής ισότητας, δικαιοσύνης κ.λ.π. υπέταξε την οικονομία στο κράτος, το οποίο ήδη είχε αλώσει και τον ήλεγχε μέσω συγκεκριμένων μηχανισμών, πολιτικών, συνδικαλιστικών, εκδοτικών, εργολαβικών κ.λ.π. Επίσης και η νέα εθνικοφροσύνη διένειμε κατά το δοκούν και αντιπαραγωγικά την εισαγόμενη βοήθεια (ευρωπαϊκά προγράμματα και ξένα δάνεια) για να μπορέσει να στηρίξει το «αναπτυξιακό μοντέλο» της αρπαχτής και της διαφθοράς. Με όλα αυτά καλύφθηκε για τέσσερεις δεκαετίες το πολιτικό έλλειμμα αφού το κυρίαρχο σύνθημα ήταν «Εδώ και τώρα θα τα κονομήσουμε». Το παιχνίδι ήταν τόσο ελκυστικό που ακόμη και οπαδοί της παλιά εθνικοφροσύνης, της Δεξιάς, προσχώρησαν εν μια νυκτί, στο νέο χορό του Ζαλόγγου.

Και αυτή η εθνικοφροσύνη ηττήθηκε εκεί που είχε επενδύσει στην οικονομία, την ευημερία, τον καταναλωτισμό. Η έλευση του Δ.Ν.Τ. και κατ’ επέκταση της Τρόικας, δεν απέχει και πολύ από την τουρκική κατοχή στην Κύπρο. Και η πράξη αυτή έμελλε να συμβεί από μια σοσιαλιστική κυβέρνηση…

Ζούμε το «ύστερο σήμερα» της μεταπολίτευσης, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι η μετέωρη κατάσταση ανάμεσα σε αυτό που έχει νεκρωθεί και κρατιέται διασωληνωμένο στην εντατική και σε αυτό που δεν έχει αναδυθεί ακόμη. Τι θα είναι το νέο, μια εκ νέου μασκαρεμένη και κάλπικη εθνικοφροσύνη  ή μια πραγματικά νέα κατάσταση, χωρίς ψευδεπίγραφα σχήματα, εξορίες, αποκλεισμούς, με ένα παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας και δίκαιης ανακατανομής του πλούτου για όλους του έλληνες; Και από που μπορεί να έρθει αυτό; Μόνο από αυτούς που είναι εξόριστοι εδώ και επτά δεκαετίες. Αυτό είναι το ζητούμενο για το 2011 και τις χρονιές που έρχονται. 

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Βασιλεύς ή οικονόμος

«Ο υιός μου ένι μεν αρμόδιος βασιλεύς, ου του παρόντος δε καιρού. Βλέπε γαρ και φρονεί μεγάλα και τοιαύτα, οία οι καιροί έχρηζον την ευημερία των προγόνων ημών. Αμή σήμερον… ου βασιλέα θέλει η ημών αρχή, αλλά οικονόμων».

Τα παραπάνω λόγια τα αποδίδει ο ιστορικός στον αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο με αποδέκτη τον υιό του Ιωάννη Παλαιολόγο. Η φράση αυτή έδωσε την αφορμή στην Τόνια Κιουσοπούλου να γράψει ένα εξαιρετικά εύστοχο δοκίμιο για την πολιτική ιδεολογία του βυζαντινού κράτους πριν από την άλωση. Να μείνουμε όμως λίγο περισσότερο σε αυτή την φράση μέσα από την οποία ο ήδη άρρωστος αυτοκράτορας συμπυκνώνει την πολιτική του διαθήκη, ότι δηλαδή η ελέω θεού και απόλυτης ανεξαρτησίας βασιλεία έχει τελειώσει οπότε το μόνο που έχει να κάνει ο διάδοχος είναι να αναδειχθεί σε ένα πετυχημένο διαχειριστή.

Τα παραπάνω διαδραματίζονται μόλις λίγες δεκαετίες πριν από την άλωση και έχουμε την εντύπωση ότι σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε, αυτή η ανέσπερος φράση – χάρη στην γραφή του ιστορικού - αποκτάει μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Όχι μόνο γιατί θέτει ένα ερώτημα που αν και δεν το έχουμε αντιληφθεί μας βασανίζει ιδιαίτερα σήμερα αλλά πολύ περισσότερο γιατί εκείνο που απουσιάζει σήμερα μια πολιτική διαθήκη για τον ενεστώτα χρόνο, η οποία θα υψούται ως πολεμικός πύργος για την άμυνα της κοινωνίας στην επερχόμενη κατάρρευση και την δρομολόγηση μια νέας αναπτυξιακής προσπάθειας. Μια διαθήκη  η οποία φυσικά θα δίνει απάντηση και στο  κύριο ερώτημα που τίθεται επιτακτικά, σχετικά με το τι περιεχόμενο και πως θα πρέπει είναι διαμορφωμένος ο κάθε θεσμικός ρόλος, από εδώ και στο εξής.

Ο καλλιεργημένος αυτοκράτορας έθεσε το ερώτημα «Βασιλεύς ή οικονόμος;», το οποίο παραμένει επίκαιρο και συναρτάται άμεσα με μια σειρά διαπιστώσεις για τα κακώς κείμενα του απερχόμενου συστήματος και τα οποία προκάλεσαν πολλά από τα δεινά του αδιεξόδου που βιώνουμε.

Βουλευτής ή μέτοχος στην εταιρία ΔΙΑΦΘΟΡΑ Α.Ε.;
Πνευματικός ποιμένας ή διαχειριστής στο παγκάρι;
Διανοούμενος ή επιχορηγούμενος «καλλιτέχνης» από την ΔΕΚΟ, ΛΙΒΑΝΙΣΤΗΡΙ Α.Ε.;
Καθηγητής ή οικονομικός διαχειριστής σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα και επιχορηγήσεις;
Συνδικαλιστής ή συνδιαχειριστής στην εταιρία ΚΡΑΤΟΣ Α.Ε.;
Επιχειρηματίας – παραγωγός ή αεριτζής προμηθευτής στο ΔΗΜΟΣΙΟ Α.Ε.;
Δάσκαλος ή φύλακας ανηλίκων; 

Ουκ εστί αριθμός για το πόσες είναι περιπτώσεις όπου θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε το ρόλο και το περιεχόμενο. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει όμως να ξέρουμε που είμαστε, το τι θέλουμε και από πού θα πάμε για να βγούμε από τον λάκκο των λεόντων στον οποίον έχουμε πέσει…

Οι πλατιοί δρόμοι έγιναν λογγωμένα μονοπάτια και απότομες ανηφοριές, από εδώ και πέρα τίποτα δεν θα το βρούμε ως χάρισμα ή στο δρόμο πεταμένο, θα πρέπει να δουλέψουμε σκληρά, να βασανιστούμε από διλλήματα και αμφιωολίες, έτσι ώστε να αποκτήσουμε την συνείδηση και την γνώση για το τι πρέπει να πράξουμε για να βγούμε από την κρίση. 

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Σύμβολο ή κατάρα;

Ένα από τα πιο ισχυρά πρόσωπα - σύμβολα της ελληνικής μυθολογίας, είναι ο Οδυσσέας, πόσα δεν έχουν γραφτεί για το μεγάλο του ταξίδι και την επιστροφή του στην Ιθάκη. Από ερμηνείες της αλληγορικής διάστασης του μύθου μέχρι και ποιήματα, με κορυφαίο βέβαια αυτό του Κ. Καβάφη. Τι είναι όμως αυτό που κάνει αυτό το μύθο να αντέχει τόσο πολύ στο χρόνος; Τι είναι αυτό που κάνει ακόμη και σήμερα τους Έλληνες να ακολουθήσουν το δρόμο του Οδυσσέα;

Ο Οδυσσέας ήταν ένας κοσμοπολίτης του καιρού του, ταξίδεψε από ανάγκη αλλά το απόλαυσε αυτό το ταξίδι και διδάχθηκε πάρα πολλά, γι’ αυτό και όταν γύρισε στο σπίτι του ήταν πολύ πιο σοφός απ’ ότι όταν έφυγε. Συνάμα όμως πέρα από κοσμοπολίτης, ήταν και πατριώτης, αφού το αίσθημα του νόστου ήταν τόσο δυνατό που όσο μακριά και να πήγε, όσο καλές στιγμές και αν έζησε, πάντα είχε στο μυαλό του να γυρίσει πίσω. Το ίδιο συνέβη και με τους πιο σύγχρονους που αποφάσισαν να ακολουθήσουν τα βήματα του Οδυσσέα, πολλοί έφυγαν από αυτό το τόπο αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, πάντα είχαν την Ελλάδα στην καρδιά τους, αλλά σχεδόν ποτέ δεν γύρισαν πίσω, παρά μόνο για διακοπές.

Να γυρίσουν να κάνουν τι; Να δουλέψουν; Να προσφέρουν; Να θυσιαστούν; Για ποιόν; Για ένα κράτος που έκανε ότι μπορούσε για να τους διώξει; Έχει σκεφτεί κανείς πως θα ήταν η Ελλάδα αν όλοι αυτοί οι πετυχημένοι επιχειρηματίες και επιστήμονες δεν είχαν φύγει; Μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι αν δεν είχαν φύγει δεν θα ήταν ούτε καν επιτυχημένοι… Ενδεχομένως, αλλά το ίδιο δυνατά μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι αν είχαν μείνει ίσως να ήταν πιο δυνατή η φωνή αυτών που δεν άντεχαν την μιζέρια και την υποβάθμιση, οπότε οι αναγκαίες ανατροπές να είχαν έρθει πιο νωρίς και όχι κατ΄ ανάγκη μέσα από μια βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση αλλά μέσα από ένα μελετημένο σχέδιο. Τα πράγματα φτάνουν σε κρίση όταν οι άνθρωποι ολιγορούν να πάρουν αποφάσεις.

Τα σημειώνουμε αυτά σήμερα καθώς καθημερινά πληθαίνουν οι φωνές, κύρια των νέων ανθρώπων που θέλουν να φύγουν. Έχει σκεφτεί κανείς το τι θα συμβεί σε 15 – 20 χρόνια αν αυτή τη στιγμή φύγουν τα πιο ανήσυχα και δραστήρια μυαλά στο εξωτερικό; Μια χώρα σε οικονομική – κοινωνική κρίση, η οποία μαστίζεται από την υπογεννητικότητα και από την εισβολή κατά χιλιάδων λαθρομεταναστών; Θα καταντήσει, πάρα πολύ γρήγορα να είναι τόπος μόνο για συνταξιούχους και τους απόκληρους αυτού του πλανήτη.

Αυτό που βιώνουμε σήμερα υπό την ασφυκτική πίεση της κρίσης δεν είναι μόνο η αποδόμηση του αστικού κράτους , έτσι όπως διαμορφώθηκε από την Συνθήκη της Λωζάννης και μετά καθώς και την διακυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου, αλλά η εξαφάνιση κάθε προϋπόθεσης ανάταξης μέσα από την κρίση. Αν απουσιάζουν τα υποκείμενα της δράσης, ποιοι θα αναλάβουν το παραγωγικό έργο της ανασυγκρότησης; Ποιοι θα ανατρέψουν την σημερινή κατάσταση πραγμάτων και ποιοι θα εκφράσουν την νέα πολιτική τάξη  που έχει ανάγκη η κοινωνία ώστε να κάνει, έστω ένα βήμα μπροστά;

Κενό ζωτικού νοήματος

Ως γνωστό το πρόβλημα τελικά δεν το είχε η Κασσάνδρα, αλλά όλοι οι υπόλοιποι που δεν την πίστευαν και την περιγελούσαν. Το ίδιο έπαθαν και εδώ σε εμάς, διάφοροι σοβαροί και συγκροτημένοι πολιτικοί και θεωρητικοί αναλυτές. Όλοι αυτοί εδώ και δεκαετίες με την διεισδυτική ματιά τους και την αναλυτική τους σκέψη, εδώ και δεκαετίες, διατύπωναν για το μέλλον της χώρας τις ανησυχίες τους και αντί άλλους τους περιγελούσαμε για τις εκτιμήσεις τους. Το αποτέλεσμα ήταν κάποιοι να ζούνε εξόριστοι από το δημόσιο χώρο, ενώ σε κάποιους άλλους είχαμε προσάψει τον χαρακτηρισμό του γραφικού και του περιθωριακού. Δυστυχώς ο χρόνος και τα γεγονότα τους δικαίωσαν, καθώς σήμερα ζούμε με τον πιο δραματικό τρόπο την μελαγχολική επιβεβαίωση των προβλέψεών τους. Γεγονός που μάλλον δεν χαροποιεί ούτε τους ίδιους οι οποίοι κατά βάθος πιστεύουμε ότι εύχονταν να διαψευστούν...

 Αλήθεια όμως πως νοιώθουν αλήθεια όλοι εκείνοι που εκστόμισαν όλες εκείνες τις μεγαλοστομίες για τις «καλύτερες ημέρες»  που θα έρθουν ή για «την ισχυρή και δυνατή Ελλάδα»!!! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά έκαναν και ότι μπορούσαν για να αποδομήσουν κάθε ίχνος συνοχής της κοινωνίας, να την κατακερματίσουν σε αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα (συντεχνίες και κλειστές ομάδες συμφερόντων), οι οποίοι αποιδεολογικοπoίησαν κάθε πτυχή της κοινωνικής δράσης, διέσπειραν το κυνισμό και την χρηματοθηρία (θυμάστε τι γινόταν στις αλήστου μνήμης εποχές της άνθησης του χρηματιστηρίου;), καλλιέργησαν τον εύκολο πλουτισμό και την προσδοκία μιας ανώδυνης και αβασάνιστης ζωής.

Κάπως έτσι φτάσαμε απροϋπόθετα να υποδεχθούμε μαζί με την εθνική και μια διεθνή κρίση. Ακοινώνητοι, απαίδευτοι και φτωχοί υποδεχόμαστε μια εθνική καταστροφή. Ανέτοιμη για το πένθος όταν χρόνια μας «εκπαίδευαν» μόνο για την χαρά. Αντί για την υπεραξία του κοπανιστού αέρα μοιραζόμαστε κάτω από τα επιτιμητικά βλέμματα των εταίρων μας και των γειτόνων μας την πίκρα της ήττας, της αποτυχίας και την απειλής της πτώχευσης.

Τα έχουμε συνειδητοποιήσει άραγε όλα αυτά ή απλά βιώνουμε μια κατάσταση που μας θυμίζει κάτι από τις δοκιμασίες ενός τηλεοπτικού παιχνιδιού, που κάποια στιγμή θα ακουστεί το καμπανάκι της λήξης και όλα θα τελειώσουν για να ξαναγίνουν όπως ήταν πριν; Αν τα έχουμε συνειδητοποιήσει είναι άξιο απορία η αδράνεια και η παθητικότητα με την οποία υπομένουμε το πρόβλημα. Είναι σαν να μην έχουμε αντιληφθεί ότι αυτό το κενό νοήματος που υπάρχει μας οδηγεί σιγά – σιγά σε ένα όλο και πιο ζοφερό εφιάλτη.  Αυτός ο εφιάλτης είναι το αύριο που μας χτυπάει την πόρτα και εμείς εξαντλούμε την όποια δύναμη έχουμε απλά για να αλλάζουμε τα κανάλια της τηλεόρασης.

Ταξιδιώτες ξενοδοχούμενοι

Ζώντας την πιο μεγάλη κρίση, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οι έλληνες έχουν δύο επιλογές, η μία είναι να τρελαθούν από το αίσθημα της απώλειας, η δεύτερη είναι να ανακαλύψουν εκ νέου την άσκηση του φιλοσοφείν. Η επιλογή είναι ελεύθερη.

«Φιλοκαλούμεν μετ' ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας (σ.σ. μαλθακότητας)» σημείωνε ότι ο συντοπίτης μας – κατά κάποιοι τρόπο – Θουκυδίδης, στον Επιτάφιο του Περικλή… Όταν έγραφε αυτά τα λόγια στην σκιά του Παγγαίου και αγναντεύοντας την ομορφιά του αιγαιοπελαγίτικου πελάγους σίγουρα έβλεπε λίγο πολύ αυτά που βλέπουμε και εμείς σήμερα, αν εξαιρέσουμε τα κτίσματα που πρόσθεσε ο χρόνος. Ωστόσο το εσωτερικό του βλέμμα, τα μάτια της ψυχής του έβλεπαν άλλες εικόνες γι’ αυτό και ίσως γι’ αυτό να μπόρεσε να προσεγγίζει – για πρώτη φορά – την έννοια της ιστορίας με ένα ασύγκριτα ανεπανάληπτο τρόπο. Τι περισσότερο είναι η ιστορία από την πάλη της Ελευθερίας με την Αναγκαιότητα; Κι όμως δεν το βλέπουμε, εμείς καταφέραμε να το λησμονήσουμε αυτό και να μετατραπούμε μέσα σε λίγες δεκαετίες σε ανθρωπολογικούς τύπους αραιής μνήμης.

Μεταβάλαμε την ιστορία και την παράδοσή μας σε γραφικότητες, τσολιαδάκια και κακόγουστα αναμνηστικά, λες και η ομορφιά του τόπου και οι δημιουργίες του ανθρώπου μέσα στο χρόνο μπορούν να αποτυπωθούν σε μια φθηνή εικόνα.  Ωστόσο από τι στιγμή που τα φθηνύναμε ήταν εύκολο και να τα απορρίψουμε, να τα γκρεμίσουμε και να πετάξουμε στη χωματερή. Με λίγα λόγια να πτωχεύσουμε…

Λέμε πολλές φορές ότι για την κακοδαιμονία που μας κατατρέχει, την ευθύνη έχουν διάφορα κέντρα στο εξωτερικό που μας επιβουλεύονται… Και φυσικά εμείς δεν έχουμε καμία ευθύνη. Επιδεικνύουμε συμπεριφορά πεντράχρονου, φταίνε όλοι οι άλλοι και καθόλου εμείς. Μακάρι όμως να ήταν έτσι να είχαν αποκλειστική ευθύνη οι άλλοι και όχι εμείς, γιατί μια ώριμη και συγκροτημένη συμπεριφορά από μέρους μας θα ακύρωνε το σύνολο ή ένα σημαντικό μέρος της κακής επιρροής. Δυστυχώς γι’ εμάς όμως δεν είναι έτσι…

Ζούμε τον ιστορικό χρόνο ως νόθες γενιές και νόθα τέκνα, αγενεαλόγητοι  πορευόμαστε χωρίς να έχουμε αντιληφθεί ότι κάθε τι που κάνουμε ή πολλές φορές που αποφεύγουμε να κάνουμε, αν δεν το βρούμε εμείς μπροστά μας – που ήδη αρχίσαμε – θα το βρουν οι επόμενοι. Καταντήσαμε τη δημόσια ζωή και κατ’ επέκταση και την ιδιωτική αμμώδης αλίμενος παραλία. «Τα πλοία» του ποιητή έφτασαν φορτωμένα, είναι αρόδο, αλλά ούτε λιμάνι υπάρχει για να προσδέσουν, ούτε χέρια για να τα ξεφορτώσουν.

Η σιωπή δεν είναι πάντα χρυσός

Παρακολουθούμε με πάρα πολύ ενδιαφέρον το δημόσιο διάλογο που έχε ανοίξει τις τελευταίες ημέρες, κύρια μετά την ανακοίνωση τα Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας με αφορμή την υπό εξέλιξη οικονομική κρίση, αν και νωρίτερα είχαμε δείγματα αυτού του διαλόγου με αφορμή παρεμβάσεις των ιεραρχών.

Το πρώτο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι για το αν η εκκλησία ή καλύτερα η ιεραρχία έχει αυτό το δικαίωμα ή είμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο πολιτικολογίας με κατάχρηση εξουσίας; Σε μια εποχή που ο καθείς που έχει μπροστά του ένα μικρόφωνο μπορεί όχι απλά να μιλάει για τον καιρό αλλά να προβαίνει και σε αναλύσεις επί παντός επιστητού, η απορία μας είναι γιατί να μην έχουν το δικαίωμα να μιλούν και οι ιεράρχες. Άρα η έκπληξη δεν θα έπρεπε να συνίσταται στο γιατί η ιεραρχία μιλάει, αλλά γιατί τόσο καιρό δεν μιλούσε. Κάθε έλληνας πολίτης έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να εκφράζει δημόσια τις απόψεις του. Δεν μιλάει μόνο όποιος έχει κάτι να κρύψει, οπότε προσπαθεί να ξεφεύγει της προσοχής για να μπορεί να κάνει τις δουλειές του ανενόχλητος…

Στην ιστορική συγκυρία που διερχόμαστε έχουμε ανάγκη από ένα σοβαρό δημόσιο διάλογο με την λογική ότι αν δεν μιλήσουμε, αν δεν ανταλλάξουμε απόψεις δεν είναι δυνατόν ούτε να βρούμε λύσεις αλλά ούτε και πετύχουμε το ελάχιστο της συνεννόησης και της στράτευσης για την υλοποίησή τους. Αντί λοιπόν του λίθου του αναθέματος προς τον επίσημο λόγο της ιεραρχίας – εδώ ταιριάζει απόλυτα ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω – θα ήταν πιο εποικοδομητικό να υπήρχε απάντηση σημείο προς σημείο, απ’ όποιον διαφωνεί. Κάτι τέτοιο όμως δεν το είδαμε.

Είδαμε να εκδηλώνεται μια επίθεση και μάλιστα από χώρους ιδιαίτερα ευάλωτους όσον αφορά τα ζητήματα συνέπειας, σοβαρότητας, και τεκμηρίωσης. Μια επίθεση που είχε ως μοναδικό σκοπό να υποβαθμίσει το περιεχόμενο και να αναδείξει ένα ανύπαρκτο θέμα, του δικαιώματος του δημόσιου λόγου.

Το έχουμε γράψει πολλάκις ότι ζούμε ημέρες ανάλογες της κατάρρευσης του ανατολικού μπλοκ, οικονομικές και κοινωνικές δομές ήδη άρχισαν να αλλάζουν. Ότι είχε εξοριστεί από τον δημόσιο χώρο θα το βρούμε μπροστά μας και όχι είχε αποκτήσει δικαιώματα ασυλίας τώρα πλέον θα πρέπει να εκτεθεί στο δημόσιο χώρο και να κριθεί. Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να έχουμε πρόβλημα με όσους εκφράζονται δημόσια αλλά με όσους σιωπούν.

Η περίοδος που περνάμε είναι ιδιαίτερα κρίσιμη και δεν θα αφήσει κανένα χώρο αλώβητο, όλα και όλοι θα δοκιμαστούμε και για τα λόγια μας και για τις πράξεις μας. Γι’ αυτό αν θέλουμε να εκφραστούμε πιο συγκεκριμένα για τη δημόσια παρέμβαση  της ιεραρχίας θα σημειώναμε ότι θα την κρίνουμε καλύτερα όταν θα δούμε να έρχονται και οι πράξεις.

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Extra muros

Δεν υπάρχει ιστορική περίοδος σε αυτή την χώρα που να μην υπήρχαν εξορίες. Για να μην πάμε όμως πολύ πίσω, στους εξοστρακισμούς της αρχαίας Αθήνας, θα σταθούμε στα πιο πρόσφατα γεγονότα. Τις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο είχαμε τις εξορίες – εκτοπίσεις σε διάφορα ξερονήσια. Με τον τρόπο αυτό η τότε κυρίαρχη ιδεολογία ήθελε να στερήσει από τους αντιφρονούντες την επαφή με τον υπόλοιπο πληθυσμό για να μην υπάρχει διατάραξη του κλίματος ασφάλειας και ειρήνης.  Τις τελευταίες δυο δεκαετίες γνωρίσαμε μια άλλου είδους εξορία, τον εκτοπισμό από τον τηλεοπτικό χώρο. Όποιος δεν είναι συμβατός με τις νόρμες του συστήματος δεν υπάρχει περίπτωση να του δοθεί η ευκαιρία να πει έστω και μια κουβέντα. Σαφώς και υπάρχουν κάποιες μικρές εξαιρέσεις και αυτές κύρια στην κρατική τηλεόραση αλλά είναι απειροελάχιστες. Έτσι πιο εύκολο είναι να βγει σε εκπομπές υψηλής τηλεθέασης ένας βιαστής, μια πορνοστάρ, ένα πολιτικό λαμόγιο, παρά ένα διανοούμενος που έχει κάτι να πει, ένας  παραγωγός που έχει κάτι να παρουσιάζει από τον κόπο των χεριών και του μυαλού του ή ένα πολιτικό πρόσωπο που δεν προσκύνησε τους καναλάρχες. Όλοι αυτοί, από την στιγμή που δεν έχουν δικαίωμα στον τηλεοπτικό χρόνο που αναλογεί στον προσωπικό τους εκτόπισμα δεν βιώνουν μια εξορία; Για τον πολύ κόσμο δεν είναι σαν να μην υπάρχουν, σαν να μην έχουν κάτι να επιδείξουν;

Ωστόσο δεν είναι μόνο αυτή η εξορία, πέρα από τον εκτοπισμό από το τηλεοπτικό γίγνεσθαι, ο οποίος αφορά μερικές δεκάδες ανθρώπους υπάρχει και μια άλλη εξορία πολύ πιο μαζική και αυτή είναι η ελληνική επαρχία και η διασπορά στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Έχει σκεφτεί κανείς πόσες εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, σκεπτόμενοι, παραγωγικοί, σημαντικές οντότητες στο είδους τους, δεν μπόρεσαν να προσφέρουν το κάτι περισσότερο που μπορούσαν επειδή ζουν στην ελληνική επαρχία ή στο εξωτερικό όπου αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν;  «Ζουν στην αφάνεια» επειδή είναι καταδικασμένοι να ζουν μακριά από την Αθήνα. Οπωσδήποτε πολλοί από αυτούς ζουν κατ΄ επιλογή στην επαρχία ή στο εξωτερικό, είτε γιατί δεν αντέχουν την απάνθρωπη πόλη της Αθήνας, είτε γιατί δεν αντέχουν όλη αυτή τη διαφθορά που έχει συσσωρευτεί και την δυσανεξία του συστήματος στους ικανούς και τους ηθικούς. Γιατί όμως αυτή τους η επιλογή θα πρέπει να είναι καταδίκη στην ανυπαρξία; Δεν χάνει η κοινωνία, δεν χάνει η πατρίδα από αυτές τις χιλιάδες χιλιάδων παραγωγικών και αξιόλογων ανθρώπων που για τον έναν ή τον άλλο λόγο ζουν στην «Ελληνική περιφέρεια»;  Με τον όρο «Ελληνική Περιφέρεια» προσδιορίζουμε τον εκτός Αθηνών χώρο με όρια εκεί που φτάνει και ακούγεται η ελληνική γλώσσα. Καθώς όπως έλεγε και ο ποιητής η γλώσσα είναι τα όρια του Ελληνισμού. Από πού λοιπόν προκύπτει ότι αυτή η απόφαση να βρεθούν extra muros πρέπει να ισοδυναμεί με ισόβια εξορία;


Ποιο κράτος δικαίου και αξιοκρατίας επιτρέπει να μένουν αναξιοποίητες τέτοιας ποιότητας δυνάμεις όπου στις περισσότερες των περιπτώσεων πέρα από την όποια κατάρτιση, πέρα από την όποια επιτυχημένη παραγωγική διαδικασία είναι άνθρωποι, ακέραιοι, τίμιοι και αξιοπρεπείς; Αν μια ανατροπή, πολιτική και κοινωνική δεν στηριχθεί σε αυτούς από ποιους άλλους θα προσδοκούσαμε να γίνουν οι ευαγγελιστές του νέου και αναγεννητικού λόγου; Πως είναι δυνατόν μια οικονομική, κοινωνική και πολιτική αναγέννηση να προέλθει από τον μεταμορφισμό των ήδη γνωστών – όσον αφορά την συγκρότηση, τις ικανότητες και την ηθική υπόσταση - παραγόντων  – υπηρετών του αθηναϊκού κράτους; Αυτοί δεν επιδιώκουν την ανατροπή αλλά μια νέα συμφωνία για να επιβιώσουν στις νέες συνθήκες. Οι μόνες δυνάμεις που μπορούν να εγγυηθούν μια ουσιαστική εθνική αναγέννηση είναι αυτές  που ζουν στην ελληνική εξορία, δηλαδή στην περιφέρεια της έθνους, η οποία βρίσκεται τόσο εντός όσο και εκτός εθνικών συνόρων.

Η διαφορά

«Η γη μας πληγώνει και ο ουρανός δεν μας δέχεται», αυτή η φράση του ποιητή εκφράζει ίσως με τον πιο παραστατικό τρόπο αυτό που ζούμε εδώ και μερικούς μήνες, μια βίαιη προσαρμογή των εργασιακών σχέσεων και κατ΄ επέκταση τόσο των κοινωνικών όσο και των προσωπικών, σε νέα δεδομένα. Η δραματική εξέλιξη στον χώρο της οικονομίας μας έχει φτάσει στο σημείο να μην βρίσκουμε τόπο να σταθούμε για να πάρουμε μια ανάσα, να ξαποστάσουμε, να πάρουμε κουράγιο για να συνεχίσουμε τον ανηφορικό δρόμο. Νοιώθουμε την ανάγκη να ξεσπάσουμε αλλά δεν μπορούμε. Ζούμε την κατάρρευση της δημοκρατίας των αόρατων ιδεών, της εποχής όπου η ικανοποίηση της ανάγκης ήταν η κινητήρια δύναμη, παραμελώντας άλλα στοιχεία απαραίτητα όχι για το ζειν αλλά για το ευ ζειν.
Η χρεωκοπία ήταν η αφορμή για να βιώσουμε μια βίαιη προσαρμογή σε ένα τύπο καπιταλισμού που δεν είχαμε γνωρίσει αλλά μόνο υποψιαζόμασταν. Ο δυτικού τύπου καπιταλισμός έχει χαρακτηριστικά ανωνυμίας, είναι απρόσωπος τα πάντα στηρίζονται σε νόρμες και νομικού χαρακτήρα συμβάσεις. Γι’ αυτό και βλέπουμε παντού να κυριαρχεί το μοντέλο των πολυεθνικών απρόσωπων εταιριών, όπου ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και τον καταναλωτή από την μία πλευρά και ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο από την άλλη, δεν υπάρχει προσωπική σχέση. Είναι αυτό που ζήσαμε τα προηγούμενα χρόνια στο χώρο της λιανικής των τροφίμων, στο παλιό μοντέλο ήταν ο μπακάλης και ο μανάβης με τον οποίον είχαμε προσωπική σχέση, τώρα στην εποχή του CARREFOUR, του LIDL και του ALDI, ψωνίζουμε χωρίς να γνωρίζουμε σε ποιόν δίνουμε τα χρήματά μας, το ίδιο ισχύει και για τους εργαζόμενους σε αυτά, δουλεύουν για πρόσωπο ή πρόσωπα που αγνοούν ακόμη και την ύπαρξή τους. Οι δικές μας ιστορικές καταβολές είναι τελείως διαφορετικές, ο ανατολικού τύπου καπιταλισμός, αυτός που σαρώθηκε στην περίοδο από το 1915 μέχρι το 1922 και ψήγματα επιβίωσαν μέσα από το προσφυγικό στοιχείο είχε δομηθεί με χαρακτηριστικά κοινωνίας προσώπων και όχι απρόσωπων, νομικού χαρακτήρα, σχέσεων.

Αυτές οι σχέσεις, ήταν για παράδειγμα, που είχαν διαμορφώσει την συνήθεια του Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα, τι ήταν αυτό; Μια αναγνώριση από την πλευρά της εργοδοσίας της καλής συνεργασίας με τους εργαζόμενους, γι’ αυτό και υπήρχαν αυτά τα επιπλέον χρήματα ως ανταπόδοση και αναγνώρισης των υπηρεσιών. Πράξη αδιανόητη για τον δυτικού τύπου καπιταλισμού, γι’ αυτό από τα πρώτα μέτρα που επιβλήθηκαν με το γνωστό μνημόνιο ήταν η εξάλειψη αυτών. Μπορεί στην πορεία να είχαν χάσει και αυτά την αρχική τους σημασία και να είχαν ενσωματωθεί σε μια διαδικασία κανονιστικού χαρακτήρα ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο όπου μέσα στον κυκεώνα νομικών ρυθμίσεων χάθηκε αυτή η σχέση της ανταμοιβής για να πάρει και αυτό το χαρακτήρα του καταναγκασμού.

Ίσως το γεγονός ότι αυτό το μέτρο επιβιώνει τουλάχιστον στον ιδιωτικό τομέα να είναι μια απόδειξη ότι ακόμη ως ανάμνηση και ως προσδοκία να υπάρχει η επιθυμία της επανάκτησης αυτής της σχέσης,  κόντρα στο ρεύμα που θέλει να ανατρέψει άρδην προϋπάρχουσες – έστω και εξασθενημένες-  δομές. Έργο δύσκολο αλλά αναγκαίο σε μια εν γένει αναζήτησης ενός εθνικού μοντέλου οικονομίας που θα στηρίζεται στις μικρές, σύγχρονες παραγωγικές μονάδες που θα ενσωματώνουν πέρα από τεχνολογία και στοιχεία της ιδιαίτερης πολιτιστικής παράδοσης τόσο στην διαδικασία παραγωγής όσο και στο τελικό προϊόν.

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Η μετά εποχή

Η σχέση μας με τον κράτος θα είναι το καθοριστικό στοιχείο για το πώς θα πορευτούμε από εδώ και πέρα. Αυτό είναι κάτι που σχεδόν όλοι το υπαινίσσονται αλλά κανείς δεν μας το λέει καθαρά. Ο λόγος είναι ότι αυτή η σχέση είναι για την σημερινή Ελλάδα το μεγαλύτερο ταμπού και αυτή που σφράγισε τις ημέρες μας. Από την στιγμή που η παραγωγή και η δημιουργικότητα κηρύχτηκαν έκπτωτες το κράτος ανέλαβε – μεταξύ όλων των άλλων – να διασφαλίσει κοινή συναίνεση την κλυδωνιζόμενη κοινωνική ισορροπία και μάλιστα έχοντας την συναίνεση του συνόλου του πολιτικού κόσμου. Πέρα από λίγες περιθωριακές φωνές κανείς δεν τόλμησε να αμφισβητήσει αυτό το ρόλο και δεν θα ήταν υπερβολή να συμπεράνουμε ότι προέκυψε κοινή συναινέσει. Κατ’  επέκταση αυτό ανέδειξε το κράτος σε κεντρικό ρόλο ακόμη και της πολιτικής ζωής και αυτό φαίνεται και από το γεγονός της ύπαρξης των πολύ στενών σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στα πολιτικά γραφεία και στους προϊσταμένους των δημοσίων πηρεσιών, μεταλλάσσοντας μηχανισμούς που εξ ορισμού έπρεπε να λειτουργούν με βάσει την νομιμότητα και την αξιοκρατία, στο μακρύ χέρι των πελατειακών σχέσεων. Από αυτή την εξέλιξη και μετά οι πολίτες μεταλλάχτηκαν με την σειρά τους σε κοπάδια αιτούντων μια εξυπηρέτηση, με αντάλλαγμα ότι πιο «ευτελές» είχαν να διαθέσουν, την ψήφο τους. Έτσι σε λίγα χρόνια καταφέραμε αντί να δημιουργήσουμε μια κοινωνία πολιτών, να έχουμε μια αγέλη περιφερόμενων ψηφοφόρων, από κόμμα σε κόμμα και από πολιτικό γραφείο σε πολιτικό γραφείο. Όποιος δεν πήγε με το ρεύμα της εποχής, δηλαδή ο άνθρωπος με πνεύμα δημιουργίας, λογική σκέψη και αίσθημα ευθύνης βρέθηκε στο περιθώριο ως ανεπιθύμητος ή ακόμη και διώχθηκε. Παρά τις διακηρύξεις που για χρόνια ακούγαμε για λαϊκό κίνημα, εκείνο που εν τέλει γνωρίσαμε ήταν ένα κίνημα συμφεροντολόγων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο απαιτούσε όλοι να τρέφονται από το κράτος. Αίτημα που επίσης έτυχε διακομματικής στήριξης.

Το που φτάσαμε είναι γνωστό, εκείνο που δεν γνωρίσαμε ακόμη και είναι θέμα χρόνου να συμβεί, είναι οι βίαιες πράξεις ενός πρωτόγονου ομαδισμού ο οποίος θεωρεί ακόμη ότι έχει δικαιώματα και μπορεί να απαιτεί τα πάντα για να ικανοποιεί πραγματικές και εικονικές ανάγκες. Έτσι έμαθε έτσι πράττει. Κανείς δεν εξήγησε,  χρόνια τώρα, ότι πριν από τα δικαιώματα έρχονται οι υποχρεώσεις.

Αυτά όλα όμως τελείωσαν όχι επειδή το αποφάσισε κάποιος αλλά γιατί η εξάντληση των πόρων – οι οποίοι προέρχονταν κύρια από δανεισμό – εξαντλήθηκαν. Το επόμενο στάδιο είναι η επαναδιατύπωση της σχέσης μας με το κράτος και η νέα σχέση που θα προκύψει θα υπαγορεύσει και το πολιτικό σύστημα που απαιτούν οι καιροί. Μέχρι να φτάσουμε σε ένα σημείο ισορροπίας θα σημειωθούν ακραίες καταστάσεις και κανιβαλισμοί, όπως αυτές που ζούμε με το ασφαλιστικό και το φορολογικό, αλλά αφού δεν μπορέσαμε να οδηγηθούμε μέσα από ομαλές διεργασίες, θα υποστούμε την βίαιη προσαρμογή. Εκείνο που δεν φαίνεται να υπάρχει είναι ένα σχέδιο από την πλευρά της κυβέρνησης, η οποία εμφανίζεται σαν να λέει ένα τραγούδι που δεν το έχει μάθει καλά γι’ αυτό και σημειώνονται τόσες παραφωνίες. Αν η χορωδία ήταν καλύτερη τότε θα πορευόμαστε σε αυτό τον δύσκολο δρόμο με περισσότερη αυτοπεποίθηση και αίσθημα ασφάλειας. Δεν υπάρχουν δυστυχώς αυτά τα στοιχεία και αυτό θα συμβάλει στο να γίνουν οι συγκρούσεις ακόμη πιο έντονες. Θα ζήσουμε την κατάρρευση βεβαιοτήτων επάνω στις οποίες στηρίχθηκε η εποχή της αφροσύνης και όσο πιο γρήγορα βρεθούν εκείνοι που θα δώσουν το στίγμα των νέων χρόνων που έρχονται, τόσο το καλύτερο για όλους μας.

Θεόδωρος Α. Σπανέλης

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

To «φθηνό»… ακριβό

Θα δώσουμε συνέχεια στο χθεσινό σημείωμα σχετικά με την αδυναμίας μας, ως χώρα, να εκμεταλλευτούμε τα «ιστορικά και πολιτιστικά κοιτάσματα» για να προσδώσουμε υπεραξία στα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρουμε. Δίνουμε συνέχεια για να αναφερθούμε σε μια περίπτωση που στην παρούσα φάση θα μπορούσε να δώσει το φιλί της ζωής στην θνήσκουσα εθνική οικονομία. Το θέμα μας είναι ο τουρισμός.




Είναι δυνατόν στην χώρα που γεννήθηκε ο όρος φιλοξενία να έχουμε αυτό το πράγμα που μόνο κατ’ ευφημισμό μπορείς να το ονομάσεις τουρισμό; Να μιλήσουμε για τα κτήρια ή για τις υπηρεσίες; Βλέπεις σήμερα τα Ξενία που φτιάχτηκαν πριν από πενήντα χρόνια και τα ζηλεύεις και κοιτάς να σύγχρονα ξενοδοχειακά συγκροτήματα των πέντε αστέρων και αποστρέφεις το βλέμμα σου για να μην δεις τον βιασμό της φύσης. Να μιλήσουμε για τις υπηρεσίες; Ο κυρ Κώστας και η κυρ Μαρία όταν νοίκιαζαν μερικά δωμάτια – πριν πενήντα χρόνια – στους πρώτους τουρίστες που πατούσαν το πόδι τους στην Ελλάδα πρόσφεραν υπηρεσίες που δεν μπορούν να συγκριθούν ούτε με το πλαστικό χαμόγελο του σήμερα, αλλά ούτε και με την αρπαχτική διάθεση που μας χαρακτηρίζει…. Στήνουμε μαγαζιά για ένα δίμηνο και θέλουμε σε αυτό το διάστημα να βγάλουμε ετήσιο εισόδημα!!! Αυτά μπορεί στο παρελθόν να γίνονταν τώρα όμως τελείωσαν. Οι αρπαχτές στον Τουρισμό τελείωσαν, και ο λόγος είναι ότι οι τουρίστες μας πήραν χαμπάρι και έφυγαν για άλλους προορισμούς, κύρια Τουρκία και Αίγυπτο. Οι εποχές που αρκούσαν ένα δωμάτιο, ένα φαγητό, η θάλασσα και ο ήλιος για να έρθουν οι τουρίστες παρήλθαν ανεπιστρεπτί.



Για να τους κάνουμε να γυρίσουν πίσω θα πρέπει να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας, σε χαμηλότερες τιμές, σε υψηλότερη ποιότητα και με ενσωματωμένη την ιστορική και πολιτιστική υπεραξία. Κι εμείς αντ΄ αυτού τι κάνουμε; Από τον τελευταίο δήμαρχο της χώρας μέχρι τον εκάστοτε υπουργό Τουρισμού, για να δείξουν έργο παίρνουν ένα αεροπλάνο και αρχίζουν τα ταξίδια για να φέρουν τουρίστες!!! Αν αυτό σας θυμίζει τον Χρόνη Εξαρχάκο στην ταινία ΓΟΡΓΟΝΕΣ ΚΑΙ ΜΑΓΚΕΣ δεν είστε καθόλου λάθος. Στο όνομα της δήθεν τουριστικής πολιτικής ξοδεύονται απίστευτα ποσά, γιατί; Για να γίνουμε γνωστοί στο εξωτερικό. Μα αυτό είναι το πρόβλημά μας, ότι οι «κουτόφραγκοι» μας ξέρουν και δεν δέχονται άλλο να τους κοροϊδεύουμε, γι’ αυτό και πήραν των ομματίων τους και πήγαν αλλού. Για να γυρίσουν δεν χρειάζεται διαφημιστική καμπάνια, αλλά να αλλάξουμε το προϊόν που πουλάμε. Πρέπει να σταματήσουμε να πουλάμε τόσο ακριβά ένα τόσο ευτελές προϊόν, όπως κατάντησε να είναι ο ελληνικός τουρισμός.



Σήμερα στο σημείο που βρισκόμαστε είναι δύσκολο και θέλει χρόνο να αναπτύξουμε παραγωγικές δομές για οτιδήποτε άλλο, πέρα του Τουρισμού. Είναι ο μόνος κλάδος που μπορεί πολύ γρήγορα να αναταχθεί και να δώσει αποτελέσματα. Το ζήτημα είναι βέβαια ποιος θα είναι αυτός που θα το κάνει! Σε τέτοια θέματα είναι που φαίνεται η αδυναμία του πολιτικού προσωπικού. Ενώ έχουμε ένα τόπο που θα μπορούσε να είναι η «Ιερουσαλήμ και η Μέκκα» για όλους τους Πολίτες του κόσμου. Αν όλοι αυτοί θα το είχαν σαν τάμα να έρθουν έστω και μια φορά σαν «προσκύνημα» σε αυτόν τον τόπο, δεν θα θέλαμε τίποτα άλλο. Για να συμβεί όμως αυτό θα πρέπει ο χώρος να αποκτήσει την χαμένη «ιερότητα» και από σκουπιδότοπος να γίνει ένας τόπος αξιών.

Το τσίπουρο και ο Παπαδιαμάντης

Στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία των ημερών μας, για να μπορεί μια χώρα να είναι υπολογίσιμη οικονομική δύναμη θα πρέπει να παράγει ή υψηλή τεχνολογία ή πολιτιστικά προϊόντα, όταν έχει και τα δυο βρίσκεται στην κορυφή. Στην δική μας περίπτωση, δηλαδή της Ελλάδας αποτέλεσμα της πολιτικής μειοδοσίας του πολιτικού κόσμου δεν είναι η οικονομική χρεωκοπία, αυτό είναι το λιγότερο ίσως, αλλά η ξαφάνιση κάθε παραγωγικής δύναμης. Έτσι καταντήσαμε από χώρα παραγωγός να γίνουμε χώρα καταναλωτής. Εκεί οφείλεται τόσο το οικονομικό έλλειμμα όσο και το έλλειμμα στο ισοζύγιο των εισαγωγών – εξαγωγών. Πώς όμως φτάσαμε σε αυτό το σημείο;




Από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά και σε όλα τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου – ο οποίος για εμάς τελειώνει τώρα – τόσο η Δεξιά όσο και η Αριστερά έκαναν δυο πράγματα, ταυτόσημα, από την μια να συκοφαντήσουν, να διαβάλουν και να αλλοτριώσουν έννοιες όπως πατρίδα, έθνος, γλώσσα, ελληνισμός και από την άλλη να λειτουργούν ως εισαγωγείς – μεταπράτες αγαθών και ιδεών…



Με αυτά φτάσαμε σήμερα στο σημείο, ιδέες και έννοιες που για άλλες χώρες λειτουργούν ως ασπίδα αλλά και ως όχημα μεταφοράς της ταυτότητάς τους, - έτσι ώστε να μπορούν να πορεύονται με ασφάλεια σε ένα άκρως ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον-, σε εμάς να βρίσκονται στα τάρταρα, εξαιτίας της συστηματικής πολεμικής που δέχθηκαν. Αυτή η πολεμική ήταν προϋπόθεση για να φτάσουμε σε εκείνο το σημείο όπου, αφενός το ουίσκι και η κόκα κόλα να εξοβελίσουν το τσίπουρο και την πορτοκαλάδα και αφετέρου ο Ζαν Πωλ Σάρτρ και η Σιμόν Ντε Μποβουάρ να εξοβελίσουν τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον εξαιρετικό διανοητή Κωνσταντίνο Καραβίδα – τον οποίον βέβαια οι περισσότεροι τον αγνοούμε –, αλλά και πολλούς άλλους.



Αυτό συνέβαλε τα μέγιστα ώστε η χώρα σήμερα να βρίσκεται κάτω από μια οικονομική και ιδεολογική κατοχή, η οποία είναι πολύ πιο βαριά και πιο σκληρή από την οικονομική χρεωκοπία. Συνέπεια αυτής της κατοχής είναι να έχουμε χάσει την ιστορική μας συνέχεια – κοινώς τις ρίζες μας – αλλά και η εθνική οικονομία να μην είναι σε θέση να αξιοποίηση την υπεραξία που προσθέτει σε αγαθά και υπηρεσίες το πολιτιστικό βάθος… μερικών χιλιάδων χρόνων. Γι’ αυτό το ελληνικό λάδι εξάγεται σε βαρέλια στην Ιταλία, όπου εκεί συσκευάζεται σε μικρές καλοσχεδιασμένες φιάλες και πωλείται σε τιμές εξωφρενικές…. Ή το άλλο, το ελληνικό μάρμαρο να εξάγεται σε όγκους για να επεξεργαστεί στα εργαστήρια της αλλοδαπής και αυτό να συμβαίνει σε μια χώρα που γέννησε ένα Φειδία και ένα Πραξιτέλη… Να συνεχίσουμε; Αν δεν είναι άπειρα, σίγουρα είναι χιλιάδες τα παραδείγματα που μπορούμε να αναφέρουμε.



Σε εμάς ισχύει ένα ιστορικό παράδοξο, ήμασταν έθνος πριν γίνουμε «κράτος» και τώρα που γίναμε «κράτος» έχουμε απαρνηθεί την έννοια του έθνους στο όνομα ενός ψευδεπίγραφου προοδευτισμού. Αυτό είναι κάτι που δύσκολα θα το συναντήσει κανείς στην παγκόσμια ιστορία.

Όποιος δεν καταλαβαίνει…

«η Ελλάδα που αντιστέκεται η Ελλάδα που επιμένει


κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει…»



Στους σκοτεινούς χρόνους της Ιστορίας μας, όταν δεν υπήρχε άλλος τρόπος να διατηρηθεί η μνήμη και η γνώση της ταυτότητας, όπλα άμυνας απέναντι σε αυτή την κατάσταση ήταν, μεταξύ άλλων, το δημοτικό τραγούδι και τα παραμύθια. Και τα δυο άκρως υποτιμημένα στις μέρες μας. Ωστόσο σκοπός μας σήμερα δεν είναι να αποκαταστήσουμε την χαμένη τιμή -λόγω συκοφαντίας - τόσο του δημοτικού τραγουδιού, όσο και των παραμυθιών. Απλά θέλουμε να πάρουμε αφορμή από το τραγούδι του Δ. Σαββόπουλου «Τσάμικο» για να θυμίσουμε ότι τα τραγούδια του πολλές φορές λένε κάτι περισσότερο από αυτό που ακούει το αυτί μας. Κάθε τραγούδι είναι και ένα παραμύθι και κάθε παραμύθι που θα διηγηθεί και ένα τραγούδι.



Δεν κάνουμε μνημόσυνο, ούτε αναδρομή στο έργο του Δ. Σαββόπουλου, απλά από ένα εξαιρετικό τραγούδι θα κλέψουμε δυο στίχους - αυτούς που είναι στην αρχή του σημειώματος – και την κρυμμένη του ψυχή, για να καταδείξουμε ότι μπορεί να γράφτηκε το 1982, ωστόσο κάλλιστα μπορεί να περιγράψει εξαιρετικά καταστάσεις του 2010. Εξάλλου αυτό είναι που δίνει και αξία στα αυθεντικά έργα, οποτεδήποτε και να τα «διαβάσεις» έχουν κάτι να σου πούνε… Είναι ερμηνευτικά εργαλεία χωρίς τους περιορισμούς που θέτει ο χρόνος…



Σήμερα περνάμε μια πολύ δύσκολη αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίοδο, όποιος ζει εγκλωβισμένος στα στερεότυπα μιας εποχής που πλέον παρήλθε, δεν μπορεί να καταλάβει τι γίνεται και που πάμε, το πώς κοιτάζει αυτά που συμβαίνουν θυμίζει πολύ τον «επαρχιώτη στην Ομόνοια» όπως σημειώνει και το τραγούδι. Βλέπει αλλά δεν καταλαβαίνει και ειδικά αν τυχαίνει να έχει στερηθεί την ιστορική γνώση και η μοναδική πηγή πληροφόρησής του να είναι η τηλεόραση, τότε πραγματικά τα έχει χαμένα και δεν ξέρει, ούτε που πατά, ούτε που πηγαίνει.



Δεν έχουμε σκοπό να αποκαλύψουμε, ούτε μικρές, ούτε μεγάλες αλήθειες, γιατί τίποτα δεν είναι κρυμμένο, τα πάντα είναι μπροστά στα μάτια μας, αρκεί κάποιος να αποφασίσει να τα δει από την σωστή οπτική γωνία, δηλαδή χωρίς παραμορφωτικούς φακούς. Η αλήθεια μπορεί να είναι παρατημένη στο παλιό μας σπίτι στο χωριό ή στο σεντούκι της γιαγιάς που το απαξιώσαμε και το χαρίσαμε στον παλιατζή, μπορεί να είναι σε συγγενείς και φίλους που τους χάσαμε μέσα στη δίνη της εποχής ή σε μια αγιογραφία που την έχουμε για «ντεκόρ στο σαλόνι μας», σίγουρα δεν είναι στην λαμπερή αλλά τόσο ψεύτικη οθόνη της τηλεόρασης.



Ο κόσμος που οικοδομήσαμε καταρρέει και μένει σε εμάς, αν θα ψάξουμε την Αλήθεια ή θα βολευτούμε με νέους μύθους, για να έχουμε μια επίφαση ατομικής – εγωιστικής – ευδαιμονίας, χωρίς ουσιαστική σχέση με το ιστορικό γίγνεσθαι. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να μπορέσουμε να θυμηθούμε, για να αναστήσουμε έτσι, «την Ελλάδα που αντιστέκεται, την Ελλάδα που υπομένει» και είναι εκεί και μας περιμένει πότε θα αποτινάξουμε το ζυγό της λήθης.

Η λαφυραγώγηση

Μέχρι και πριν από μερικούς αιώνες οι στρατοί στηρίζονταν στην λαφυραγώγηση του αντιπάλου. Αυτό ήταν το σημαντικότερο κίνητρο για πολλούς, να πάνε να καταταγούν στον στρατό και να δώσουν ακόμη και την ζωή τους. Σήμερα αυτό είναι σπάνιο φαινόμενο αλλά όχι ασυνήθιστο. Ωστόσο ακόμη και σήμερα έχουμε παραδείγματα όπου υπάρχει το στοιχείο της λαφυραγώγησης από παντός είδους «στρατούς»…




Στην Ελλάδα εδώ και αρκετά χρόνια μιλάμε για την κρίση του πολιτικού συστήματος, ωστόσο μόνο τον τελευταίο χρόνο και ειδικά τους τελευταίους μήνες αυτό γίνεται περισσότερο εμφανές. Μέχρι τώρα μιλούσαμε απλά για την κρίση των κομμάτων εξαιτίας της αδυναμίας τους να διαχειριστούν ορθολογικά τα προβλήματα και αυτό είχε ως συνέπεια να συρρικνώνεται συνεχώς η εμπιστοσύνη των πολιτών, ωστόσο η συζήτηση είχε περισσότερο φιλολογικό χαρακτήρα αφού οι εκλογές δεν κατέγραφαν αυτή την τάση. Γι’ αυτό και παρά τα προβλήματα το πελατειακό σύστημα λειτουργούσε, παρά την κρίση εμπιστοσύνης, ο πολίτης προσέφευγε στο κομματικό γραφείο αναζητώντας μια λύση στο προσωπικό του πρόβλημα. Με λίγα λόγια εδώ και χρόνια υπήρχε η κρίση του πολιτικού συστήματος αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να γίνει η ανατροπή. Η μόνη εξέλιξη που υπήρξε ήταν ότι στις τελευταίες εκλογές – περισσότερο από κάθε άλλη φορά – τέθηκε το ζήτημα του να βρεθεί ένας «καλύτερος διαχειριστής της πολυκατοικίας». Λες και το μοναδικό πρόβλημα ήταν η σπατάλη και η κακή διαχείριση και πέρα από αυτά, τίποτε άλλο.



Μετά το ξέσπασμα της δημοσιονομικής κρίσης στην Ελλάδα και τα μέτρα που ελήφθησαν και τα οποία είναι μόνο η αρχή, όποιος μιλάει για το τέλος των κομμάτων δεν απέχει και πολύ από την αλήθεια. Σήμερα γίνεται κατανοητό όλο και από περισσότερους πολίτες ότι η χώρα δεν έχει ανάγκη μόνο από έναν «καλό διαχειριστή της πολυκατοικίας» αλλά από κάτι περισσότερο. Για να το πούμε διαφορετικά, γίνεται κατανοητό ότι ένας «καλός λογιστής» – προς αντικατάσταση της έννοιας του διαχειριστή – δεν είναι το ζητούμενο για να σωθεί μια «προβληματική επιχείρηση» αλλά είναι απαραίτητη η ύπαρξη του «καλού επιχειρηματία». Αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι στόχος, όραμα, γνώση και σχέδιο με συγκεκριμένα βήματα. Κάτι το οποίο τα σημερινά κόμματα – κατάλοιπα μιας ψυχροπολεμικής εποχής που πλέον δεν υπάρχει – δεν μπορούν να προσφέρουν.



Την ήταν όμως αυτό που οδήγησε τα σημερινά κόμματα στην παρακμή και τώρα βρίσκονται ένα βήμα πριν την συνταξιοδότηση; Το γεγονός ότι δεν επένδυσαν στην παραγωγή πολιτικής και πολιτικών στελεχών ώστε να είναι σε θέση να διαχειριστούν με εμπιστοσύνη και κύρος της δημόσιες υποθέσεις αλλά επέλεξαν να δομηθούν στην λογική της λαφυραγώγησης. Η νομή της κρατικής εξουσίας και ότι αυτό συνεπάγεται – διορισμοί, μίζες κ.λ.π. – ήταν το καύσιμο για να κινηθεί η μηχανή. Αυτή η λαφυραγώγηση έδινε την δυνατότητα να στρατολογήσουν εθελοντές που ξεκινούσαν από αφισοκολλητές για να καταλήξουν μέχρι και διοικητές οργανισμών ή υπουργοί. Χωρίς υπερβολή άνθρωποι που δεν θα μπορούσαν να κουμαντάρουν ένα ψιλικατζίδικο έφτασαν να διαχειρίζονται σημαντικές κρατικές υποθέσεις. Όταν όμως ήρθε η ώρα που το κράτος φτώχυνε και τα λάφυρα περιορίστηκαν, αμέσως ανέκυψε το πρόβλημα, έφυγε η γη κάτω από τα πόδια τους. Τότε λοιπόν τι έκαναν τα κόμματα για να σωθούν; «Ανακάλυψαν» την έννοια της «τιμιότητας»!!! Ξεχνούν όμως ότι το να είναι κάποιος μόνο τίμιος δεν αρκεί αλλά πρέπει να έχει και άλλα προσόντα για να ασκήσει την πολιτική, γι’ αυτό και είναι τόσο δύσκολο να ανανεώσουν το πολιτικό τους προσωπικό. Ποιος σώφρων άνθρωπος θα πάει να μπλέξει με ένα στρατό που «πεινάει» για λάφυρα; Αργά η γρήγορα θα έρθει σε σύγκρουση και το ίδιο το σύστημα θα τον πετάξει έξω ή θα τον ενσωματώσει. Γι’ αυτό, μέχρι εδώ ήταν. Τελεία και παύλα.



Από εδώ και πέρα όποιος θέλει να ηγηθεί κόμματος και να ελπίζει στην συμμετοχή και την στήριξης των πολιτών δεν μπορεί να υπόσχεται μοίρασμα, θέσεων στο δημόσιο ή αξιωμάτων, θα πρέπει το κόμμα αυτό να είναι σε θέση να παράγει πολιτική. Για να συμβεί όμως αυτό θα πρέπει να σταματήσει η εκπόρνευση της πολιτικής και να επανέλθει στις αρχικές ατραπούς. Αυτό για να συμβεί πρέπει να επανασυνδεθεί η πολιτική με την ιστορία του τόπου και με τους άξιους ανθρώπους που έχουν δώσει δείγματα γραφής στο προσωπικό και επαγγελματικό τους βίο.

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Μνήμη ολίγων κιλομπάιτ (ΚΒ)

Το ποιοι ήταν οι γενίτσαροι είναι γνωστό, αλλά για να φρεσκάρουμε την μνήμη μας θα πρέπει να θυμίσουμε ότι με την διαδικασία του παιδομαζώματος οι Οθωμανοί έπαιρναν τα αγόρια – κύρια – χριστιανικών οικογενειών, τα οποία ξέκοβαν από τις ρίζες τους και με την κατάλληλη διαπαιδαγώγηση τα έκαναν πιστούς υπηρέτες του σουλτάνου, τον οποίον είχαν πλέον ως πατέρα. Γι’ αυτό και το σημαντικότερο στήριγμα του σουλτανάτου ήταν οι γενίτσαροι, ετοιμοπόλεμοι, σκληροί και αδίστακτοι ακόμη και προς τους «ομοεθνείς τους». Ποια ήταν η λογική όλου αυτού του πετυχημένου εγχειρήματος, μέσα από το οποίο αναδείχθηκαν ικανά και πιστά στελέχη τα οποία υπηρέτησαν σε σημαντικές θέσεις της αυτοκρατορίας; Να κόψει το άτομο από τις ρίζες του, από το παρελθόν και την ομάδα που ανήκε και να υποστεί την κατάλληλη «εκπαίδευση» επάνω σε νέες αντιλήψεις και απόψεις που εξυπηρετούσαν την κυρίαρχη οθωμανική τάξη. Ο γενίτσαρος ήταν χριστιανός στην καταγωγή και Οθωμανός στην ψυχή. Μάλιστα η σχέση γενίτσαρων και σουλτάνου ήταν σχέση «τροφής». Ο σουλτάνος ήταν αυτός που είχε την ευθύνη της «τροφής» τους και αυτοί την υποχρέωση να τον υπηρετούν μέχρι θανάτου. Γι’ αυτό το ιερότερο σύμβολο ήταν το καζάνι, η ανατροπή του οποίου σήμαινε ότι έχουν στασιάσει και ως σύμβολο εξουσίας είχαν μια κουτάλα, με την οποία έπαιρναν το μερίδιο της εξουσίας που τους παραχωρούσε ο σουλτάνος.




Η εξουσία ήταν το σύμβολο των γενιτσάρων ενώ για τους υπόλοιπους υπόδουλους η σκούφια! Γνωστή η φράση «από πού κρατάει η σκούφια σου;» με την οποία αναζητούμε τις ρίζες κάποιου. Από πού έρχεται, ποιοι ήταν οι προγονοί του; Δηλωτικά όλα της σημερινής του ταυτότητας. Σε αντιδιαστολή στους γενίτσαρους ποτέ δεν επιτρεπόταν να γίνει μια τέτοια ερώτηση, γιατί δεν υπήρχε «σκούφια» παρά μόνο «κουτάλα», δεν υπήρχε οικογένεια, κοινωνικό περιβάλλον, φιλίες, υπήρχε μόνο ένα πρόσωπο, ο σουλτάνος.



Το τελευταίο διάστημα στην Γαλλία, μια χώρα με ισχυρή πολιτιστική ταυτότητα, από τις πιο ισχυρές των νεώτερων χρόνων, έχει ανοίξει ο διάλογος για την εθνική ταυτότητα. Όχι άδικα καθώς νοιώθουν να απειλούνται από την ισλαμική ταυτότητα η οποία αναδεικνύεται τελικά ποιο ισχυρή από την δική τους.



Εμείς βέβαια εδώ δεν έχουμε τέτοια προβλήματα, ως γνήσιοι γενίτσαροι οι νεοέλληνες, έχουμε αποποιηθεί καταγωγή, ιστορία, γλώσσα και παιδεία, οπότε με κυρίαρχο σύμβολο την κουτάλα πορευόμαστε προς το μέλλον. «Νυν υπέρ πάντων… η κουτάλα», το φωνάζαμε στο παρελθόν και το φωνάζουμε και τώρα ότι η διαφθορά και η «λαμογιά» δεν είναι ούτε πολιτικό, ούτε νομικό, ούτε οικονομικό πρόβλημα, είναι πρόβλημα ταυτότητας. Ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και που πάμε;

Αν κάποιον δεν τον απασχολούν τέτοια ερωτήματα και η μνήμη ολίγον ΚΒ (κιλομπάιτ) είναι αρκετή για να πορεύεται κανείς!!!

Το γκουρμέ εστιατόριο

Ακόμη ένα παιχνίδι της ιστορίας, αυτό που βλέπουμε τους τελευταίους μήνες, κι αυτό γιατί μπορεί ο Κώστας Σιμίτης να είχε εισπράξει το προσωνύμιο «ο λογιστής» - με την έννοια ότι νοικοκύρεψε τα οικονομικά μας και έβαλε στην ΟΝΕ -,φαίνεται όμως ότι ο Γιώργος Παπανδρέου θα τον κατακτήσει άξια, μιας και όπως δείχνει είναι ο πρώτος μεταπολεμικός πρωθυπουργός που θα υλοποιήσει ένα τόσο μεγάλο σχέδιο περικοπής των δημοσίων εξόδων και κατ’ επέκταση αλλοίωσης της φυσιογνωμίας του κρατικού μηχανισμού. Δεν ξέρουμε αν το έχετε καταλάβει αλλά αν και η κυβέρνηση άργησε να πάρει μπρός, τώρα δεν μπορεί να σταματήσει, κάθε βδομάδα θα βγαίνει και ένα καινούργιο μέτρο και μια νέα ρύθμιση θα ισχύσει. Που θα πάει αυτή η ιστορία; Τα μάτια όλων είναι στραμμένα στην σύνοδο κορυφής της 25ης Μαρτίου και ο λόγος είναι ότι μας δημιούργησαν την προσδοκία πως εκεί είναι το κρίσιμο ραντεβού με τους ευρωπαίους εταίρους για να κριθεί το αν θα έχουμε βοήθεια και τι είδους θα είναι αυτή. Βέβαια το θέμα δεν είναι στην ημερήσια διάταξη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα γίνει συζήτηση. Και αν και αυτή η συζήτηση καταλήξει σε ένα αρνητικό για την χώρα μας συμπέρασμα, τι γίνεται μετά;




Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα; Όπως φαίνεται κανείς δεν ξέρει, ο μόνος άξονας που υπάρχει στην κυβερνητική πολιτική είναι «το κάντε οικονομία» και πέραν τούτου ουδέν. Την ίδια ώρα η παραγωγή βουλιάζει ακόμη περισσότερο και η παρατεταμένη ύφεση δεν είναι ένα μελλοντικό σενάριο αλλά μια απτή πραγματικότητα. Η κατάρρευση όλου του μεταπολεμικού και ιδιαίτερα του μεταπολιτευτικού μοντέλου ανάπτυξης είναι γεγονός, μένει να δούμε και το πολιτικό μοντέλο να καταρρέει για να ολοκληρωθεί η παρούσα ιστορική φάση. Και μετά;



Η μόνιμη αναπηρία που διατρέχει τον εθνικό κορμό του νεοελληνικού κράτους από της ιδρύσεως του μέχρι σήμερα δεν επιτρέπει αισιοδοξία για το μέλλον. Η διαφθορά και η λαμογιά είναι σύμφυτη με την απουσία εθνικού οράματος και άγνοιας της ιστορίας και όπως σημειώναμε προχθές, η παρουσία των δυο πρώτων και η απουσία των δύο δεύτερων είναι ικανές και αναγκαίες συνθήκες για την εκπόρνευση της πολιτικής. Για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για ανόρθωση της χώρας και εξόδου της από τον φαύλο κύκλο της χώρας οφείλουμε να αναζητήσουμε την υγιή πολιτική δράση. Να αποκαταστήσουμε την τραυματισμένη τιμή και υπόληψη της πολιτικής και των πολιτικών, αλλά το δυστύχημα είναι ότι αυτό το έργο είναι τιτάνιο!!! Με ποιους να πορευτείς, ποιοι είναι σε θέση να εμπνεύσουν και να ηγηθούν μιας εθνικής προσπάθειας; Ζητήματα που όσο και να τα συζητάμε δεν μπορούν να απαντηθούν γιατί ξεχνάμε ένα βασικό, ότι για να υπάρξει αξιόπιστη πολιτική και τα ανάλογα υποκείμενα δράσης θα πρέπει να υπάρξουν πρώτα Πολίτες, είδος σπάνιο και περιθωριακό.



Είναι σαν να ζητάμε να λειτουργήσει γκουρμέ εστιατόριο στην κάτω Ραχούλα. Με ποιους πελάτες, τον Γιάννο τον τσομπάνη ή με την Παγώνα που αρμέγει τα ζώα; Κάπως έτσι είναι και με την πολιτική, οι πελάτες φτιάχνουν το μαγαζί, για την περίπτωσή μας οι Πολίτες!

Ο γλωσσοδέτης

Ένα από τα σημαντικότερα αποτυπώματα που άφησε η ελληνική πορεία στο πέρασμα του 20ου αιώνα ήταν η σταδιακή συρρίκνωση της σφαίρας επιρροής της Ελλάδας, παρά το γεγονός ότι είχαμε σοβαρές επεκτάσεις στα εθνικά σύνορα. Γιατί μπορεί τα ελληνικά σύνορα από την Λαμία να έφτασαν στην Κακαβιά, τον Έβρο και το Καστελόριζο, συγχρόνως όμως έχασε σημαντικές παρουσίες σε όλη την Εγγύς και Μέση Ανατολή καθώς και τα Βαλκάνια. Ο Ελληνισμός σταδιακά έγινε Ελλαδισμός και τις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα έγινε Αθηναϊσμός, αφού η γεωγραφική συρρίκνωση συμβάδιζε και με το κλείσιμο των μέχρι τότε ανοιχτών οριζόντων. Τα πραγματικά σύνορα σήμερα βρίσκονται κάπου στο Σχηματάρι και από εκεί και μετά επικρατεί η πολιτική της εγκατάλειψης. Όλες οι κατά καιρούς εξαγγελίες για Περιφερειακή Ανάπτυξη αποδείχθηκαν κενό γράμμα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, πόσο εύκολο είναι να θίξει κάποιος το ζήτημα και την αναγκαιότητα που υπάρχει, η Ελληνική Πολιτεία να δείξει ενδιαφέρον για τους λίγους Έλληνες που έχουν απομείνει σε κάποιες από αυτές τις περιοχές;




Όπως έχει ηττηθεί από την Προτεσταντική λογική το Βυζάντιο – και μόνο τα τελευταία χρόνια υπάρχουν κάποιες ρωγμές σε αυτό το συκοφαντικό οικοδόμημα που χτίστηκε τους τελευταίους αιώνες – έτσι και από την αθηνοκεντρική λογική είναι απόβλητοι οι λίγες χιλιάδες Ρωμιών που έχουν απομείνει στην Πόλη, την Ίμβρο και την Τένεδο. Αυτή την στιγμή δεν επιβιώνουν περισσότεροι από 3.000 – 3.500 άτομα κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες, με στερήσεις σημαντικών ανθρωπίνων και ατομικών δικαιωμάτων και παρ’ όλα αυτά το ζήτημα δεν απασχολεί κανέναν.



Το μοναδικό θέμα που τίθεται από την Ελληνική Πολιτεία στις επαφές με την Τουρκία είναι η επαναλειτουργία της Σχολής της Χάλκης και αυτό επιτεύχθηκε μετά από μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλε ο σημερινός Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος με το κύρος του και με άπειρες επαφές και ταξίδια προς δυσμάς, κατάφερε να το φέρει στην πρώτη γραμμή. Για τα υπόλοιπα ζητήματα όμως που δεν είναι εκκλησιαστικής, αλλά πολιτικής φύσης ποιος θα μιλήσει; Ποιος θα τα αναδείξει;



Πριν λίγες ημέρες (στις 21 Μαρτίου) σε όλο τον κόσμο τιμήθηκε η Παγκόσμια Ημέρα κατά του Ρατσισμού. Ακούσαμε και είδαμε πάρα πολλά για τις διακρίσεις που υφίστανται οι μουσουλμάνοι στην χώρα μας, αδίκως φυσικά, αλλά δεν βρέθηκε ούτε ένας να μιλήσει για τις διακρίσεις των Ρωμιών – Χριστιανών στην γείτονα Τουρκία. Και αν δεν ήθελε να μιλήσει θα μπορούσε να προβάλει μια τουρκική ταινία, Ο ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟΣ ΠΟΝΟΣ, και τίποτα περισσότερο. Παρά τις όποιες αδυναμίες της αυτή η ταινία μιλάει για γεγονότα που η Ελληνική Πολιτεία παθαίνει γλωσσοδέτη και μόνο που τα σκέπτεται!