Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Οι «ραφτάδες» του εθνικισμού και του διεθνισμού

Αν αυτή τη στιγμή η Χρυσή Αυγή είναι το κόμμα του ακραίου εθνικισμού στην Ελλάδα και ο ΣΥΡΙΖΑ το κόμμα που εκφράζει κατ’ εξοχή το διεθνιστικό πνεύμα – μπορεί να το διαβάσεις και ως νεοταξικό – αναρωτιέσαι ως πολίτης που έχει μάθει να θέτει ερωτήματα και να αναζητεί απαντήσεις για το που «πατάς» εσύ που δεν θέλει να ταυτιστείς ούτε με τη μία αλλά ούτε και με
την άλλη πλευράς της νέας πολιτικής «μέγγενης» που τείνει να διαμορφωθεί. Είσαι εσύ που ανατρίχιασες ανυπόκριτα με τα λόγια του βουλευτή της Χρυσής Αυγής, Ηλία Παναγιώταρου ο οποίος με δηλώσεις του τα έβαλε με τον διεθνή μπασκετμπολίστα Σοφοκλή Σχορτσιανίτη, λέγοντας ότι δεν είναι Έλληνας (αλήθεια το Σοφοκλής το χρησιμοποιούν ως όνομα και στην Αφρική;) αλλά κα με το κείμενο στην ΑΥΓΗ του Νάσου Θεοδωρίδη,  μέλος του ΣΥΝ και της Αντιεθνικιστικής Κίνησης, ο οποίος υποστήριξε ότι κακώς δεν αφήσαμε τους Ιταλούς να περάσουν και ότι εξαιτίας της «ξεροκεφαλιάς μας εμπλακήκαμε σε ένα ιμπεριαλιστικό πόλεμο….

 

Ο πρώτος είναι προφανές ότι αγνοεί την περίφημη φράση του Ισοκράτη, ότι δηλαδή Έλληνας είναι ο καθένας που μετέχει της ημετέρας παιδείας, φράση η οποία επέτρεψε στον Ελληνισμό να γίνει μια οικουμενική αυτοκρατορία πέρα από σύνορα, λαούς και πρόσκαιρες βασιλείες. Αγνοεί επίσης ότι και ο Μέγας Αλέξανδρος επιζητούσε τους μικτούς γάμους των στρατιωτών του με τους λαούς της Ανατολής και επιπλέον ο ίδιος παντρεύτηκε την Ρωξάνη που με τα σημερινά δεδομένα θα χαρακτηριζόταν Αφγανή!!!

 

Ο δεύτερος λησμονεί ότι το 1940, πάρα το γεγονός ότι πρωθυπουργός της Ελλάδας ήταν ένας δικτάτορας (φωτισμένος όπως αποδείχθηκε) φίλα προσκείμενος στους Γερμανούς, επέλεξε να ηγηθεί ενός ηρωικού αντιφασιστικού αγώνα στο όνομα της Ελευθερίας. Για τον δεύτερο και ο αγώνας του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες ήταν εθνικιστικός και μάταιος, γιατί να μην είχε αφήσει τους Πέρσες να διαβούν, θα γλύτωναν και την σφαγή οι Σπαρτιάτες…

 

Ο πρώτος προσπαθεί να μας ράψει ένα κουστούμι , αυτό του εθνικισμού που έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι είναι πολύ στενό για τους κατέχοντες την ελληνική παιδεία γιατί αν κατάφερε κάτι ήταν την πλατιά έννοια του ελληνισμού, να την κάνει ένα μίζερο, φτωχό και υποτελές εθνικό κράτος.  

 

Ο δεύτερος  αγωνιά να μας πάρει μέτρα για ένα κουστούμι πολύ φαρδύ και ξένο που το μόνο που μπορεί να πετύχει είναι ένας άοσμος, άγευστος χυλός που πλάθεται έτσι όπως το επιθυμούν οι κατέχοντες την εξουσία – διεθνοποιημένη ή παγκοσμιοποιημένη – χωρίς ταυτότητα και μορφή.

 

Για εμάς όποιος αισθάνεται, νοιώθει και σπουδάζει τα ελληνικά γράμματα μπορεί να δηλώνει Έλληνας και να σηκώνει και ψηλά τη σημαία του Οικουμενικού Ελληνισμού. Χωρίς σύνορα, χωρίς διάκριση χρώματος ή φύλου, αλλά με διακριτή ταυτότητα, κάτι σαν το ταξίδι του Οδυσσέα, πήγε παντού γνώρισε πολλά και γύρισε ρακένδυτος αλλά πιο «πλούσιος» στην πατρίδα του. Απλά είμαστε πατριώτες.

 

Θεόδωρος Α. Σπανέλης