Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Η γυμνή αλήθεια


Το εκλογικό σώμα αυτή τη στιγμή παλινωδεί ανάμεσα στην εσωτερική ανάγκη να τιμωρήσει τους ενόχους για την σημερινή κατάσταση οικονομικής κατάρρευσης και στην ανάγκη να κυβερνηθεί η χώρα μπας και γλυτώσουμε τα χειρότερα. Και ενώ υπάρχει αυτός ο εσωτερικός διχασμός στην
καρδιά και στο μυαλό του κάθε Έλληνα, έρχονται οι πολιτικοί αρχηγοί να εντείνουν με την ακατάσχετη φλυαρία τους και με πλήθος υποσχέσεις, αυτή την αβεβαιότητα, αντί να πράξουν το αυτονόητο. Να πουν την αλήθεια!

Το αυτονόητο είναι να σταματήσουν οι συναισθηματικού χαρακτήρα αναφορές και ρητορικές και να αντικρίσουμε την πάσα αλήθεια, έτσι όπως πρέπει να είναι, γυμνή. Να μας πουν δηλαδή ότι η διαφθορά έγινε κυρίαρχη τάση όχι γιατί οι περισσότεροι  έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι είναι διεφθαρμένοι αλλά γιατί με τις ευλογίες των πολιτικών τράφηκε το σύστημα. Να μας πούνε ότι η Ελλάδα έχει ένα από τα πιο γραφειοκρατικά συστήματα του κόσμου, γιατί και αυτό ήταν πολιτική επιλογή, καθώς η γραφειοκρατία είναι το Α και το Ω για ένα πελατειακό σύστημα που σέβεται τον εαυτό του. Να μας πούνε ότι δεν είναι καθόλου τυχαίο γεγονός η διάλυση και απαξίωσης της εκπαίδευσης γιατί η παραγωγή αμόρφωτων ψηφοφόρων είναι προϋπόθεση για την συντήρηση ενός σάπιου πολιτικού συστήματος.

Να μας πούνε και κάτι ακόμη, ότι τα κόμματα από φορείς ιδεών και απόψεων εξελίχθηκαν σε μηχανισμούς εξουσίας γι’ αυτό και εκδιώχθηκαν από αυτά όσοι είχαν πολιτική άποψη και τόλμησαν να την εκστομίσουν. Να μας πούνε επίσης ότι ευνούχισαν τον συνδικαλισμό και το εξέλιξαν σε σύστημα αναδιανομής πλούτου και εξουσίας για να ελέγχουν κάθε πιθανή πηγή αντίδρασης. Τα ίδια βέβαια έπραξαν και με την Δικαιοσύνη, είτε με τη δημιουργία πλέγματος νόμων που προσφέρει ασυλία στους παρανομούντες ή ακόμη και με παρεμβάσεις παντός είδους στη δομή της.

Αν δεν μιλήσουν για αυτά, τότε τι αξία έχουν όλα τα υπόλοιπα; Αν δεν υπάρξει εξομολόγηση, δια της δημόσιας παραδοχής όλων αυτών, αν δεν υπάρξει συγχώρεση από τους πολίτες και απόσυρση των πρωταγωνιστών στις «πολιτικές μονές»  έστω της Εκάλης ή του Ψυχικού, πώς μπορούμε να ελπίζουμε σε μια λύση που θα προσφέρει το αίσθημα της ασφάλειας στους πολίτες;